Η ειρκτή και η δέηση
“Θηλάζω θεότητα/ εμένα θηλάζει”
Νίκος Καρούζος
Για έναν αναγνώστη σαν τον γράφοντα που δεν έχει κατορθώσει (ευτυχώς) εδώ και χρόνια να απαντήσει στον εαυτό του γιατί κατατάσσει δύο ποιήματα του Νίκου Καρούζου (το “Ο Σολωμός στο όνειρό μου” και το “Ο μειλίχιος τρόπος του Βαρβαρόσσα”) ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν τίθεται γι’ αυτόν θέμα να πιστέψει στο τελεσφόρο της φιλολογικής ερμηνείας. Η πρώτη του διαπίστωση, επίσης, του δίνει το δικαίωμα να δηλώσει απερίφραστα, ευθύς εξαρχής, ότι ο Νίκος Καρούζος είναι, κατά τη γνώμη του ένας “κλασικός” πλέον των γραμμάτων μας.
Η προοιμιακή αυτή και πρωθύστερη άποψη διατυπώνεται έτσι προκλητικά, προς τιμήν του Ν.Κ. Στον αντίποδα της “ψύχραιμης” του in vitro ερευνητή του αισθητικού φαινομένου, που καταλήγει(;) στο συμπέρασμα, όποτε αξιολογεί, και δεν προτρέχει…
Να επισημάνω στη συνέχεια ότι το “φαινόμενο Καρούζος” έχει εδώ και λίγα χρόνια ασφυκτικά περικυκλωθεί από ικανούς κριτικούς (αν και οι οφειλές πανεπιστημιακής κριτικής επί του θέματος είναι μεγάλες) με αποτέλεσμα να έχει επισημανθεί το πλαίσιο και η καταγωγή των φιλοσοφικών εννοιών, που απασχόλησαν τον Κ.
Μ’ αυτό δεν υπαινίσσομαι ότι η έρευνα εξάντλησε ιδέες που κλυκλοφορούν στο σώμα της ποίησης του δημιουργού της “Ελάφου των άστρων”. Κάθε άλλο, διότι το υπέδαφος των φιλοσοφικών έννοιών που γοήτευαν τον Καρούζο είναι εξαιρετικά πλούσιο. Απλώς υπενθύμισα ότι σε ένα πρώτο επίπεδο, η γκάμα των εννοιών που υπηρέτησε μονομανιακά ο Κ. Είναι περιορισμένη. Και με τις ευάριθμες αυτές ιδέες έχουν ασχοληθεί πολλοί και αξιόλογοι δοκιμιογράφοι, όπως είπα, με αποτέλεσμα να έχεις την εντύπωση της επανάληψης όταν επιχειρήσεις τη δική σου προσέγγιση στην ποίηση του Κ. Θέλω να πω ότι θα αναγκασθείς να μηρυκάσεις τις λέξεις “ύπαρξη”, “γλώσσα”, “χρόνος”, “φαίνεσθαι”, “είναι”, οντολογία” κ.λ.π.
Κι όμως αν ξεπεράσεις το φράγμα των “περιορισμένων” όρων, που συνιστούν στοιχεία της φιλοσοφικής ταυτότητας της καρούζειας ποίησης, βλέπεις να εκτείνεται εκείθεν αυτών μια ανεξάντλητη περιοχή διαρκών αντικατοπτρισμών ενός μοτίβου που περικελίει τις προηγούμενες έννοιες: της λέξη ύ π α ρ ξ η.
Η έννοια αυτή ίσως να μην έχει χρησιμοποιηθεί από άλλον ποιητή παγκοσμίως με τόση ένταση, αγωνία, λυρισμό και μαύρο χιούμορ. Η στοιχειώδης αυτή λέξη θρυμματισμένη ή μάλλον μεταμορφούμενη στους στίχους του Κ., προσφέρει μαγικές αιωρήσεις, αποχρώσεις και ένα αδιευκρίνιστο βάθος, που αιφνιδιάζει.
Τις προηγούμενες “προφανείς” και θεμελιακές έννοιες ο Κ. ισοβίως αποφλοίωνε, τις περιεργαζόταν, τις έβλεπε να παίρνουν μορφή τεράτων ή αγγέλων, να χάνουν το βάρος τους ή να τον συνθλίβουν, να τον περιορίζουν στο εσωτερικό τους άλλοτε ως δεσμώτη και άλλοτε ως δεόμενο.
“- Δεν βλέπω απόψε καλά τι έχεις;…- Έχω ύπαρξη…”
Πασίγνωστος στίχος και πολυσυζητημένος.
Για τον Κ. η έννοια ύπαρξη είχε τη σημασία, νομίζω, μιας παράδοξης αυτοπάθειας: αυτοπαθής ο εξ αυτού πάσχων, “εκείνος του οποίου η ενέργεια επιστρέφει εις εαυτόν”.
Ο Κ. ένιωθε να περικλείει κάτι που στην πραγματικότητα τον περιέκλειε. Δηλαδή ζούσε με τη γνωστή αντινομία, που δεν ήθελε να : η “ενέργειά” του έμοιαζε να αρχίζει και να τελειώνει στον ίδιο, ενώ ταυτόχρονα όλη αυτή η διαδικασία ελεγχόταν από μια εσωτερική δύναμη. Διότι σκεφτόταν πολύ απλά: τα πράγματα μέσα στα οποία βρίσκομαι και τα καταναλώνω (υποτίθεται ότι τα εξαντλώ) δεν είναι δικά μου.
Η αρχική του σκέψη, που προερχόταν από τον οιονεί διχασμό του ανάμεσα στον υλισμό και τη μεταφυσική, ήταν εξακολουθητικά βασανιστική, οδηγώντας τον συχνά στη συνείδηση του ιλαροτραγικού. Τα “κοσμοκωμικά” (έκφραση που θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει ο Κ. όπως ο Καλβίνο, μιλώντας για την υπόθεση της δημιουργίας), επέβαλαν την παρουσία της ειρωνείας και του σαρκασμού στους στίχους του (και ένα είδος τρελού και ιδιοφυούς χρεμετισμού προς το σύμπαν).
Ο κόσμος και τα πράγματα είναι για τον Κ. δημιουργήματα της γλώσσας και του χρόνου: δύο εννοιών που συναιρούνται μ’ αυτά και “φανερώνονται” σαν αστραπή μόνο μέσα από τη μεγάλη ποίηση. Εδώ εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς τη διάσταση που έδινε στη λέξη “ποιώ”.
Όταν, λοιπόν, μιλούσε για “οντολογική συναίρεση λέξεων και πραγμάτων” (στο “Δέος της γραφής”: ένα κείμενο για τον Διονύσιο Σολωμό) αναφερόταν στο φαινόμενο της ιδιας της ζωής, η οποία, συμπλήρωνε ο Κ., ναι μεν είναι μαγεία, αλλά αυτό είμαστε ικανοί να το ξέρουμε μέσα από το ποιητικό δώρημα αποκλειστικά: “ Άμα λειτουργεί σαν ποιητική έκφραση μια τέτοια συναίρεση (όπως στον Σολωμό), τότενες έχουμε γλώσσα και η ποίηση καθίσταται ζωή, δεν ξεθωριάζει, δεν χάνει τη βιο-ψυχονοητική της δυναμική και δωρούμενη μαγεία, ίσα-ίσα κερδίζει οριστικά το χρόνο…”.
Ο Κ. πίστευε στη γλώσσα (στο εσωτερικό της και στους ήχους της) αλλ’ όχι στο λόγο, τον οποίο θεωρούσε σχόλιο (φλύαρο) για την πραγματικότητα και όχι εντός αυτής. Αντίθετα υποστήριζε ότι η χαρισματική ποίηση διακονούσε τη γλώσσα (ή το αντίθετο, δεν έχει σημασία, εκείνος για συναίρεση αυτών των δύο στοιχείων) και ότι μέσα από ένα θαύμα γίνεται “φανέρωση γλώσσας” στα μεγάλα έργα.
Γι’ αυτό, άλλωστε, έγραψε λίγα πεζά, αφιερωμένος λατρευτικά στην ποίηση και στο “δέος της γραφής “ της.
Ένα από τα πιο ελκυστικά μορφικά ατού της ποίησης του Κ. είναι η εικονοποιία της. Πολλοί έχουν παραλληλίσει τη δομή του καρούζειου λόγου με την αντίστοιχη κινηματογραφική. Δεν ξέρω εάν ο δημιουργός του “Υπνόσακκου” είχε εμπνευσθεί από κινούμενες εικόνες, στο επίπεδο της τέχνης της δεσμολογίας τους ή της εικαστικής τους δύναμης. Σίγουρα ήταν επηρεασμένος από ζωγραφική: η παρατήρηση χρησιμεύει ώστε να κλείσω το σχόλιό μου με την υπενθύμιση μιας συμβολικής εικόνας-πίνακος, της οποίας το νόημα καταδίωκε τον Καρούζο: ο Σολωμός, ένα πρότυπο αγωνίας για τη γλώσα, που “ανεγείρει φως και πέφτει συντριμμένος” βρίσκεται μπροστά με τα λευκά του χειρόκτια και το σκουλήκι στην παλάμη, ενώ πίσω του διαδραματίζονται τα Θεοφάνια (“Ο Σολωμός στο όνειρό μου”).
του Τάσου Γουδέλη
(Πρωτοσιεύθηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 25-9-98)


ο σωλωμος ειναι καλος ελληνας