Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κάποια σημαντική μορφή της διανόησης του 20ου αιώνα που να μην διασταυρώθηκε κάποια στιγμή με τον Άρθουρ Κέσλερ, ή κάποιο σημαντικό πνευματικό κίνημα στο οποίο ο Κέσλερ να μη συμμετείχε ή να αντιτάχθηκε σ’ αυτό. Από υποστηρικτής της ριζοσπαστικοποίησης του εκπαιδευτικού συστήματος και της φροϋδικής ψυχανάλυσης, περνώντας μέσα από το Σιωνισμό και τον Κομμουνισμό, από το κίνημα του Υπαρξισμού στα ψυχεδελικά ναρκωτικά, στην παραψυχολογία και το δικαίωμα στην ευθανασία, ο μεγάλος Ούγγρος συγγραφέας, γοητεύτηκε από κάθε φιλοσοφική ιδέα της εποχής του, σοβαρή ή μη, πολιτική ή όχι.
Η πίστη του στην ιδέα του Κομμουνισμού τον οδήγησε να αγωνιστεί στον ισπανικό εμφύλιο και να ταξιδέψει στη Σοβιετική Ένωση. Ο Σιωνισμός του τον οδήγησε να παραμείνει για ένα διάστημα σε ένα κιμπούτζ κοντά στη Χάιφα. Σε διάφορες φάσεις της ζωής του υποστήριξε τη χρήση της βίας, είτε προσπαθώντας να υλοποιήσει την κομμουνιστική ουτοπία είτε για να βοηθήσει στη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ. Ακόμα και όταν στράφηκε ενάντιον των προηγούμενων πεποιθήσεών του, και των παλιών του φίλων, το έπραξε με εξαιρετικό ζήλο και πάθος. Άλλωστε ο συγγραφέας του ευρέως επιδραστικού Το μηδέν και το άπειρο είναι ευρύτερα γνωστός για τον αντικομμουνισμό του παρά για το αντίθετο.
Οι εμμονές, η γεμάτη πάθη όσο και ταραχώδης ζωή του Κ., οι θυελλώδεις σχέσεις του με τις γυναίκες, ο αλκοολισμός του, αποτυπώνονται ανάγλυφα σε μία καινούρια και συναρπαστική βιογραφία από τον συγγραφέα Μάικλ Σκάμελ, βιογράφο της εξίσου έξοχης και δικαίως πολυσηζητημένης βιογραφίας του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, η οποία μόλις κυκλοφόρησε στο εξωτερικό. Ο Σκάμελ ανασυνέθεσε τη διαδρομή του Κ. σε 14 χώρες και σε 3 ηπείρους, πήρε συνέντευξη από εκατοντάδες ανθρώπους και μελέτησε μεγάλη ποσότητα αρχειακού υλικού και ντοκουμέντων της εποχής, ώστε να παραδώσει ένα ογκώδες αλλά ρέον έργο υψηλής ιστορικής, όσο και λογοτεχνικής αξίας, για την πληθωρική αυτή μορφή του περασμένου αιώνα. Λέγεται, με δόση υπερβολής, ότι μία από τις κύριες αιτίες για την ήττα του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος όταν αυτό είχε μεγάλες πιθανότητες να πάρει την εξουσία την εποχή που κυκλοφόρησε Το μηδέν και το άπειρο, υπήρξε η επιρροή που άσκησε το συγκεκριμένο έργο μαζί με τη Φάρμα των ζώων του Όργουελ.
Αυτή η εξονυχιστική μελέτη του υλικού από τον Σκάμελ ίσως δικαιολογεί το μεγάλο διάστημα που μεσολάβησε από το 1984 μέχρι σήμερα, χρονιά έκδοσης της βιογραφίας του Σολζενίτσιν. Πάντως το αποτέλεσμα τον δικαιώνει: ‘Oλα τα πρόσωπα και οι χαρακτήρες του βιβλίου φωτίζονται πολύπλευρα, με τις αρετές και τις αδυναμίες τους, ώστε ο αναγνώστης πολλές φορές νομίζει ότι θα αναπηδήσουν μέσα από τις σελίδες. Παράλληλα, ο συγγραφέας φροντίζει να δώσει έμφαση σε παραγνωρισμένες πλευρές του έργου του Κ. όπως π.χ. του δημοσιογραφικού, το οποίο στην εποχή του ήταν τουλάχιστον τόσο σημαντικό όσο εκείνο του Όργουελ: το βιβλίο του ”Scum of the earth”, γραμμένο το 1941 και αμετάφραστο ακόμη στα ελληνικά, είναι για το συγγραφέα της βιογραφίας μια αποκάλυψη, μία εξαιρετική μελέτη, επίκαιρη άρα και διαχρονική, για την αδυναμία της Γαλλίας όσο και των άλλων ευρωπαικών κοινωνιών στο να καταφέρουν να αφομοιώσουν τον ”έτερον”, το μετανάστη, στους κόλπους τους.
Αυτή η βαθιά αντισυμβατική μορφή, της οποίας η ζωή και το έργο ταυτίζεται με τον 20ο αιώνα, δημιούργησε στενές φιλίες αλλά και βαθιές εχθρότητες με όλες σχεδόν τις μεγάλες μορφές του: Τόμας Μαν, Ζαν-Πολ Σαρτρ, Σιμόν ντε Μποβουάρ, Μπέρτολτ Μπρέχτ, Αλμπέρ Καμύ, Ντύλαν Τόμας, Τζόρτζ Όργουελ, για να αναφέρουμε μόνο μερικές. Ο Κ. έχει να επιδείξει ένα εξαιρετικά πλούσιο συγγραφικό έργο το οποίο περιλαμβάνει εκτός από μυθιστορήματα, δράματα και αυτοβιογραφικά έργα. Αυτά τα τελευταία πιάνουν το νήμα από τη γέννησή του στη Βουδαπέστη το 1905, τότε μία εκ των δύο πρωτευουσών της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, συνεχίζουν με την ένταξή του στο γερμανικό κομμουνιστικό κόμμα και τη συμμετοχή του στο κίνημα του Σιωνισμού στο πανεπιστήμιο της Βιέννης, και φτάνουν μέχρι την καταγραφή των εμπειριών του στον ισπανικό εμφύλιο. Έχει γράψει, επίσης, πολλά επιστημονικά και ταξιδιωτικά έργα, καθώς και συλλογές δοκιμίων. Αξιοσημείωτο είναι επίσης, ότι ακόμα και σε προχωρημένη ηλικία, ο Κ. συνέχιζε να δίνει διαλέξεις σε πανεπιστήμια, που εντυπωσίαζαν τα νεαρά ακροατήρια: μέσα σ’ αυτά, ας σημειωθεί, βρίσκουμε και τον Σαλμάν Ρουσντί.
Γιατί όμως μια τόσο σημαντική φιγούρα μοιάζει κάπως ξεχασμένη σήμερα από την παγκόσμια λογοτεχνική κοινότητα, αν και είναι βέβαιο ότι ο Κ. υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από συγγραφέας ενός και μόνου πολύ πετυχημένου έργου; Ο Σκάμελ θεωρεί ότι ο εκκεντρικός και οξύθυμος χαρακτήρας του Κ. που τον έφερε από νωρίς σε ρίξη με τους <<μεγάλους>> φίλους του καθώς και η έντονη ενασχόλησή του σε μετέπειτα στάδιο της ζωής του με την παραψυχολογία, έβλαψε τη φήμη του στους διεθνείς λογοτεχνικούς κύκλους. Το τελικό όμως χτύπημα στην υστεροφημία του ήταν σίγουρα ο τρόπος με τον οποίο διάλεξε να δώσει τέλος στη ζωή του το 1983, αυτοκτονώντας μαζί με την τρίτη κατά σειρά σύζυγό του, Σύνθια, ξέροντας ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από λευχαιμία. Ο Κ. ήταν τότε 77 ετών και τα έργα του είχαν πάψει από καιρό να είναι επιτυχή, τόσο εμπορικά όσο και καλλιτεχνικά, όμως η Σύνθια ήταν 55 ετών και έχαιρε άκρας υγείας. Ο θάνατος της προκάλεσε την αγανάκτηση του κοινού, επειδή υπήρξε έντονη τότε η υποψία ότι ο Κ. σε μια προσπάθεια εντυπωσιακής εξόδου από τη ζωή, είχε εξαναγκάσει τη γυναίκα του, στην οποία φαίνεται ότι ασκούσε μεγάλη επιρροή, να τον ακολουθήσει και στο θάνατο.
Παρόλο που για τα τελευταία του χρόνια υπάρχει ένα κλίμα αμφισβήτησης, ο συγγραφέας της βιογραφίας του Κ. δεν ψάχνει δικαιολογίες για τον “ήρωά” του του και δεν προσπαθεί να χρυσώσει το χάπι σχετικά με τα λάθη του. Πρόθεσή του είναι να αναθερμάνει τη λογοτεχνική του φήμη ώστε να ξανασυστηθεί σε ένα σύγχρονο ακροατήριο και με αυτή την έννοια το βιβλίο αποτελεί κάτι περισσότερο από απλή βιογραφία: o Σκάμελ, κατορθώνει να ανασυνθέσει το ιστορικό σκηνικό στο οποίο ο Κ. έζησε και δημιούργησε. Τοποθετεί το δημιουργό γενναία στο μέσο των μεγάλων διαμαχών του 20ου αιώνα, φωτίζει καθαρά την προσωπικότητα και το λογοτεχνικό του έργο και καταφέρνει τελικά σε μεγάλο βαθμό να πετύχει το στόχο του.
(Την εκτενή αυτή περίληψη του άρθρου της Αν Άπλμπαουμ έκανε ο Βασίλης Γουδέλης).

Αν ο συγγραφέας του άρθρου κατανοούσε έστω και λίγο από βιογραφικά στοιχεία και έστω και λίγα από επιστημονική έρευνα θα μπορούσε να αποστασιωποιηθεί και να αναρωτηθεί τι σχέση έχει η γλώσσα με τη γραφή και πως θα μπορούσε ένας κριτικός ανίδεος από κάποια μορφή σύνταξης σύνθεσης να επιστατήσει σε ένα έργο που του είναι τόσο μακρινό όσο ο Κέπλερ και ο Κοπέρνικος, αλλα η συστολή στην γραφή είναι ξένη και κάθε ένας που έχει πένα γράφει, το ίδιο ιστορικά και επιστημονικά άκαρπος όσο είναι η πολιτική και η λογοτεχνική του επιμέλεια προσεκτική.
Θανάσης Αργυρίου
Τι απομένει; Το μόνο πραγματικά σοβαρό έργο του –το σχετικό με την Νέα Φυσική και την παραψυχολογία.