Το παλιό αυτό κείμενο, νομίζω άγνωστο στην Ελλάδα, του Ντ. Χ. Λόρενς (Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι), διαθέτει ευφυές χιούμορ και ξαναμοιράζει την τράπουλα πάνω στο σημαντικό και πάντα εκκρεμές θέμα της αναγνωστικής ελευθερίας, το οποίο στην εποχή του Άγγλου συγγραφέα δεν ήταν αυτονόητο. Εννοώ ότι ο Λόρενς επαναφέροντας προς συζήτηση ένα βιβλίο καταδικασμένο από την κριτική ως παρωχημένο, σχολιάζει και προβάλλει την ανεξαρτησία του αναγνώστη απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη λογική πέραν της δικής του. Επιπλέον το άρθρο τονίζει και κάτι άλλο εξόχως ενδιαφέρον: ότι ένα “ευπώλητο” ανάγνωσμα δεν είναι κατ’ ανάγκην κατακριτέο. Αντίθετα, υπαινίσσεται ότι ένα ακόμα βλέμμα επί ενός κειμένου μπορεί να ανιχνεύσει κοιτάσματα σε μία φαινομενικά επίπεδη γραφή. Τώρα, όσον αφορά τις ενστάσεις του απέναντι στον Ντοστογιέφσκι, δεν χρειάζεται να συμφωνήσει κανείς, γιατί είναι αφοριστικές..
O αποικιοκράτης που έγραψε ένα μπεστ- σέλερ
του Ντ. Χ. Λόρενς
Το Μαξ Χαβελάαρ πρωτοδημοσιεύθηκε στην Ολλανδία το 1860 και προξένησε μεγάλη εντύπωση. Στη Γερμανία έγινε το πιο πολυσυζητημένο βιβλίο όπως επίσης και στην Αγγλία στους κύκλους των φιλελευθέρων. Και όμως σήμερα έχει παραμείνει αόριστα στο μυαλό των ξένων ως το κλασσικό ολλανδικό βιβλίο. Λέω αόριστα, διότι πολλοί διανοούμενοι δεν το γνωρίζουν καθόλου.
Ο Μπέρναρντ Σόου πχ, μου εξομολογήθηκε ότι δεν το είχε ακούσει ποτέ. Πράγμα παράξενο, εάν σκεφτεί κανείς πόσο το εκτιμούσαν οι, ας τους αποκαλέσουμε έτσι, προ-σοσιαλιστές, στην Αμερική και την Αγγλία, πριν από εξήντα χρόνια. Όταν όμως εκδόθηκε το βιβλίο επαινέθηκε ως ένα έργο με στόχους και το αγγλοσαξονικό πνεύμα λατρεύει βιβλία αυτού του είδους: φυσικά απόλυτα δικαιολογημένα, όπως επίσης λατρεύει να ξεχνάει κάθε τέτοιου είδους βιβλίο. Τι βαρετή τόση επιμονή. Έτσι λοιπόν με τη συνηθισμένη μας ακρίβεια ξεχάσαμε όλοι το Μαξ Χαβελάαρ και τον συγγραφέα του, Μουλτατούλι. Ακόμα και αυτό το ψευδώνυμο (από τα λατινικά: “έχω υποστεί πολλά”), μας φαίνεται τόσο εκνευριστικό όσο φαινόταν σαγηνευτικό στους προγόνους μας. Δεν μας αρέσουν οι ευγενείς αλλά φτωχοί ήρωες που γνωρίζουν ότι έχουν υποφέρει πολύ. Τι αλαζονεία.
Επιφανειακά, το Μαξ Χαβελάαρ είναι ένα μανιφέστο ή ένα παμφλέτο της ίδιας κατηγορίας με την Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά. Αντί για τη “συμπόνια για τους φτωχούς μαύρους σκλάβους”, εδώ τη δείχνουμε προς τους “φτωχούς καταπιεσμένους της Ιάβα”, με την ίδια επείγουσα έκκληση για ένα νόμο, για παρέμβαση της κυβέρνησης. Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση έκανε κάτι και ότι το βιβλίο ξεπεράστηκε. Λέγεται ότι και η ολλανδική κυβέρνηση επενέβη στην Ιάβα υπέρ των φτωχών κατοίκων της, χάρις στην επιτυχία του βιβλίου του Μουλτατούλι οπότε το Μαξ Χαβελάαρ είναι πλέον παρωχημένο. Μέχρις εδώ όλα καλά. Εάν, γράφοντας μυθιστορήματα-μανιφέστα, κατορθώνουμε να υποχρεώνουμε τις κυβερνήσεις να βελτιώνουν τα πράγματα, τότε ας μην διστάζουμε. Εάν η κυβέρνηση, εν πάση περιπτώσει, πράττει το καθήκον της, τότε το μυθιστόρημα-μανιφέστο έχει χρησιμεύσει σε κάποιο σκοπό, και κατεβαίνει από το βάθρο σαν ένας πολιτικός αγορητής που πέτυχε το σκοπό του.
Έτσι είναι η φύση των πραγμάτων και γι’ αυτόν το λόγο σήμερα πολλοί διανοούμενοι Ολλανδοί χάνουν την υπομονή τους όταν ακούνε Άγγλους ή Γερμανούς διανοούμενους να μιλάνε για το Μαξ Χαβελάαρ σαν να είναι ένα κλασικό ολλανδικό βιβλίο. Το ίδιο θα συνέβαινε και με τους Αμερικάνους εάν άκουγαν να χρησιμοποιούνται τα ίδια λόγια για την Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά. Αυτό το βιβλίο είναι ντεμοντέ στον αγγλοσαξονικό κόσμο και το Μαξ Χαβελάαρ στον ολλανδικό. (…)
Δεν έχω ξαναδιαβάσει την Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά από τότε που ήμουνα παιδί. Θα το κάνω, μόλις βρω ένα αντίτυπο. Φοβάμαι όμως ότι δεν θα μου προσφέρει τίποτα και είμαι σίγουρος ότι δεν θα βάλω τα κλάματα.
Γιατί δεν συμβαίνει το ίδιο και με το Μαξ Χαβελάαρ; Διότι η εξέλιξη της δράσης στο έργο προκαλεί αντιφατικά αισθήματα. Οι σημερινοί κριτικοί θα το έκαναν κομματάκια και θα το πετούσαν στον κάλαθο των αχρήστων. Όμως οι κριτικοί, όπως και οι κληρικοί, αισθάνονται την ανάγκη να δικαιολογήσουν τον Θεό στους ανθρώπους. Όταν νομίζουν ότι δεν το καταφέρνουν, γιατί το βιβλίο ή ο Παντοδύναμος φαίνονται αδικαιολόγητοι στα μάτια των κοινών ανθρώπων, τότε χρησιμοποιούν τον κάλαθο αχρήστων. Σίγουρα είναι λάθος της σύγχρονης κριτικής να θεωρεί το κοινό, τον καθημερινό άνθρωπο, πραγματικό Θεό, που πρέπει να υπηρετείται και να ευλογείται από κάθε τυπωμένο βιβλίο: ακόμα και αν πρόκειται για τη Βίβλο. Κατ’ εμέ, αντίθετα, ο κριτικός, σαν καλός κληρικός θα έπρεπε μάλλον να χτυπάει με τη βέργα στα δάχτυλα για να τραβήξει την προσοχή μας στη λειτουργία. Ο κριτικός, ο οποίος θεώρησε το Μαξ Χαβελάαρ παρωχημένο, χτυπάει στο κεφάλι και λέει: καθείστε κάτω! Σεβαστείτε τον τρομερό μοντερνισμό του αγίου κοινού! Εγώ αντίθετα λέω: ούτε για αστείο! Αυτό που το κοινό κάποτε αγάπησε σ’ αυτό το βιβλίο, δηλαδή το μανιφέστο, είναι πλέον κάτι παρωχημένο. Πάντως δίνεται σε μικρές δόσεις, για να είμαστε ειλικρινείς, ώστε όσο απομένει, ο συγγραφέας το προτείνει με τόσο κωμικό τρόπο, που προσφέρει την ευκαιρία στον αναγνώστη να γελάσει σαρκαστικά, επιβραβεύοντας μια έκφραση πολυμήχανης δημοσιογραφίας εκ μέρους του Μουλτατούλι (στη γραμμή του Ντοστογιέφσκι) που δίνει στο βιβλίο την αξία ενός μανιφέστο. Αυτό που ήθελε στην πραγματικότητα ο συγγραφέας ήταν να τελειώσει το βιβλίο του. Ήθελε να διαβαστεί. Ήθελε να ακουστεί. Ήθελε να διαβαστεί! επιμένει ψυχαναγκαστικά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Πάντως πρώτος αυτός πρέπει να είχε γελάσει κάτω από τα μουστάκια του ενώ το έγραφε. Το κοινό όμως τον πίστεψε και έπεσε στην παγίδα του. Ο συγγραφέας ήταν ο παθιασμένος ιεραπόστολος που μιλούσε υπέρ των φτωχών κατοίκων της Ιάβα! Διότι γνώριζε ότι ο κόσμος άκουγε και ακούει τους ιεραποστόλους. Και οι κάτοικοι της Ιάβα ήταν ένα καλό δόλωμα για να πιαστούν τα ψάρια στο αγκίστρι. Δηλαδή το κοινό. Και τι ψαριά! Μασκαρεμένος ως ιεραπόστολος έγραψε το Μαξ Χαβελάαρ. Στην πραγματικότητα το βιβλίο δεν είναι ένα μανιφέστο αλλά μία σάτιρα. Ο Μουλτατούλι δεν είναι κληρικός, είναι χιουμορίστας.
Στον Ζαν-Πωλ Ριχτέρ βρίσκουμε την ίδια πικρή, σχεδόν τρελή, απέχθεια για την ανθρωπότητα πριν περάσουμε στον Μουλτατούλι και στον Μαρκ Τουέιν. Ο Ντοστογιέφσκι μάλλον του έμοιαζε, όμως σ’ αυτόν ο ιεραπόστολος είχε καταπιεί τον λυσσασμένο σκύλο της αποστροφής και έτσι το αποτέλεσμα θύμιζε εγγαστρίμυθο.
Το Μαξ Χαβελάαρ δεν είναι ούτε μανιφέστο ούτε παμφλέτο: είναι σάτιρα. Η σάτιρα για την ολλανδική αστική τάξη, είναι ριζοσπαστική. Ο έμπορος του καφέ καταντάει στο τέλος ένα τίποτα, μέσα από μια αφήγηση που υπηρετεί το καθαρό χιούμορ (…)
Με τον ίδιο τρόπο το μέρος που αφορά την Ιάβα είναι μια ευθεία και σαφής σάτιρα της αποικιακής πολιτικής και της κυβέρνησης. Ο Μουλτατούλι δεν πέφτει ποτέ στο απύθμενο πηγάδι της απέχθειας του, όπως συνέβη στον Ντοστογιέφσκι, μέχρι να μεταμορφωθεί σε γλυκομίλητο ιεραπόστολο, ενώ στο βάθος της ψυχής του διαισθάνεται κανείς τον σαρκασμό και την παραφροσύνη. Να παραδεχθώ ότι ο Μουλτατούλι είναι κουραστικά συναισθηματικός και κινητοποιεί τον οίκτο ενώ εμπνέεται από το μίσος. Ίσως εκεί κάνει λάθος αλλά όχι για πολύ. Η συμπάθεια του για τους κατοίκους της Ιάβα είναι αυθεντική, μέσα του υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε συγκινηθεί πραγματικά. Ενώ αντίθετα μια μεγάλη νευρωτική ιδιοφυΐα όπως ο Ντοστογιέφσκι δεν αισθάνθηκε ούτε για μια στιγμή αυθόρμητη συμπάθεια στη ζωή του.
Μετάφραση: Φανή Μουρίκη
Μαξ Χαβελάαρ: Ολλανδικό μυθιστόρημα που γράφτηκε το 1860 από τον Μουλτατούλι, το οποίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της ολλανδικής αποικιακής πολιτικής όσον αφορά τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Ο ήρωας Μαξ Χαβελάαρ, προσπαθεί να πολεμήσει το διεφθαρμένο κυβερνητικό σύστημα στη Ιάβα, που τότε ήταν ολλανδική αποικία.
Μούλτατούλι (ψευδώνυμο του ΄Εντουαρντ Ντόουες Ντέκερ, 1820-1887): Ολλανδός συγγραφέας που καταδίκασε την ολλανδική αποικιοκρατία στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σημερινή Ινδονησία)
Ντ. Χ. Λόρενς (1985-1930). Άγγλος πεζογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και ζωγράφος.

Άλλη μια εξαιρετική ανάρτηση! Πολύ ενδιαφέρον το κείμενο του Λόρενς.
[...] Διαβάστε το κείμενο. // [...]