Ο γνωστός αμερικανός συγγραφέας και σκηνοθέτης Πολ Όστερ που με τα βιβλία του Η τριλογία της Νέας Υόρκης (της δεκαετίας του’80) και με την ταινία Καπνός (1993)- σε συνεργασία με τον Γουέην Γουάνγκ- νομίζω ότι έδειξε τα όριά του, δεν παύει να είναι στο προσκήνιο: εδώ και αρκετά χρόνια γράφει μάλλον σύμφωνα με τις επιταγές της αγοράς, προδίδοντας τον παλιό εαυτό του μέσα αν όχι από συγγραφικές ευκολίες τουλάχιστον μέσα από προτάσεις πολύ κατώτερες του πρώιμου βιογραφικού του.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί υπογραμμίζει κάποιες κοινοτοπίες (π.χ. περί της αναγκαιότητας του συγγραφέα να διηγείται ιστορίες κ.λ.π.) αλλά θίγει και ενδιαφέροντα ζητήματα.
O βασιλιάς είναι γυμνός
(Μια συνέντευξη του Πολ Όστερ στον Βλόντεκ Γκόλντκορν*)
Ίσως ο Πολ Όστερ να είναι ένας από τους πιο ευφάνταστους συγγραφείς που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο. Οι ιστορίες του προέρχονται από αφηγήσεις που απορρέουν από άλλες αφηγήσεις. Με στοιχεία που προέρχονται από κάποιο περιστατικό, από την περιγραφή όψεων της καθημερινής ζωής- κατά προτίμηση, της Νέας Υόρκης. Τα μυθιστορήματα του έχουν γραφή έντονη και πυκνή, χωρίς να λείπει η βραδύτητα που επιτρέπει στον αναγνώστη να χαρεί κάθε λέξη, και μία ατμόσφαιρα μυστηρίου, χωρίς ποτέ να χάνεται η ηρεμία και η διαύγεια. Παράλληλα τα διατρέχει μια σταθερά, σύμφωνα με την οποία η ζωή προτείνεται ως μία σειρά τυχαίων γεγονότων. Οι ήρωες των βιβλίων του έχουν πολύπλευρες ταυτότητες, συμμετέχοντας σε ένα παιχνίδι αναφορών και καθρεφτών.
Βλόντεκ Γκόλκορν: Κύριε Όστερ, γιατί μας αρέσει να αφηγούμεθα και να ακούμε αφηγήσεις ιστοριών;
Πολ Όστερ: Είναι μία βασική ανθρώπινη ανάγκη η οποία ξεκινάει από τα παιδικά μας χρόνια και συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Αφορά όχι μόνο μυθιστορήματα, αλλά και ποικίλες μορφές αφήγησης: την κινηματογραφική, των κόμικς, την τηλεοπτική, τη θεατρική. Οι ιστορίες είναι ένας τρόπος, ίσως ο μοναδικός, για να δοθεί ένα νόημα στην πραγματικότητα που ζούμε. Και αυτό διότι οι ιστορίες την απλοποιούν, αφαιρούν το 99,9% της εμπειρίας για να συγκεντρωθούν πάνω σε ορισμένες μορφές ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ένα παράδειγμα. Μπορούμε να περιγράψουμε όλα όσα εσείς και εγώ αισθανόμαστε αυτή τη στιγμή: να αποτυπώσουμε όσα βλέπουμε σ’ αυτόν τον κήπο. Κάθε πέτρα, κάθε παγκάκι, κάθε τραπέζι, τα ρούχα μας, τα συναισθήματα μας, τον πόνο στο αριστερό μου πόδι. Αυτό θα ήταν, όμως, μία απλή περιγραφή της εμπειρίας, όχι μία ιστορία. Η ιστορία είναι ότι εσείς ήρθατε για να μου κάνετε κάποιες ερωτήσεις και κατά συνέπεια κάποια πράγματα συνέβησαν ανάμεσα μας.
Β. Γκ.: Η επινόηση είναι σημαντικότερη από την καταγραφή των όσων βλέπουμε;
Π. Ο.: Ναι. Η επινόηση μπορεί να προσεγγίσει την αλήθεια, καλύτερα από ένα ρεπορτάζ.
Β. Γκ.: Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, μετά από δεκαετίες έρευνας ως κοινωνιολόγος, έφτασε στο συμπέρασμα ότι το μυθιστόρημα αναλύει καλύτερα από κάθε επιστημονική έρευνα την κοινωνία …
Π. Ο.: Συχνά το μυθιστόρημα είναι πιο πιστό στην πραγματικότητα από την αφήγηση ενός καθημερινού γεγονότος. Ξέρετε γιατί; Διότι η ζωή χωρίς φαντασία δεν είναι εφικτή. Για να ενεργούμε πρέπει να είμαστε ικανοί να σκεφτούμε πράγματα ανύπαρκτα. Εάν θέλουμε να αλλάξουμε την κοινωνία, πρέπει πρώτα απ’ όλα να επινοήσουμε μία εναλλακτική λύση, ας πούμε ότι θέλουμε έναν κόσμο χωρίς τυράννους και βασιλιάδες. Και η θέληση μας δεν είναι παρά ένα φανταστικό γεγονός.
Β. Γκ.: Ποιος περιέγραψε καλύτερα τον 20ο αιώνα ο Κάφκα με την προφητική του φαντασία ή ο Πρίμο Λέβι με τη μαρτυρία του;
Π. Ο.: Ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Χρειάζονται πολλά και διαφορετικά βλέμματα πάνω στον κόσμο, διότι δεν υπάρχει μία και μοναδική αλήθεια. Η αλήθεια του Κάφκα ισχύει όσο και η αλήθεια του Λέβι.
Β. Γκ.: Τα μυθιστορήματα σας είναι ένα είδος ταξιδιού, κάποτε μυσταγωγικού.
Π. Ο.: Το μυθιστόρημα είναι πάντοτε ένα ταξίδι. Όχι υποχρεωτικά στο δρόμο. Μπορεί να είναι μια εσωτερική πορεία. Τα μυθιστορήματα που αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς είναι ιστορίες σε κίνηση, πλοκές που ξεκινάνε από ένα σημείο για να φτάσουν σε ένα άλλο. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αφηγηθεί κανείς ένα ταξίδι. Μπορεί να συνθέσει κανείς μια πλοκή που να μοιάζει με ευθεία γραμμή ή να της δώσει κυκλική μορφή. Θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε το διάγραμμα της κίνησης που υπάρχει σε διάφορα μυθιστορήματα.
Β. Γκ.: Δώστε μου ένα παράδειγμα.
Π. Ο.: Άς πάρουμε τον Δον Κιχώτη. Ο Θερβάντες σύνθεσε την πλοκή του σαν ευθεία γραμμή που ανεβαίνει και κατεβαίνει, κάμπτεται, μπερδεύεται, διαιρείται και στη συνέχεια ανασυντάσσεται. Τοποθέτησε αμέτρητες ιστορίες μέσα σε άλλες ιστορίες, μυθιστορήματα μέσα σε άλλα μυθιστορήματα. Όπως η ζωή όλων μας. Όλοι μας έχουμε αμέτρητες ιστορίες να αφηγηθούμε και μέσα σε κάθε αφήγησή μας υπάρχει μία άλλη.
Β. Γκ.: Ζούμε σε μία εποχή όπου πολλοί αναζητούν τις ρίζες τους. Είναι της μόδας τα βιβλία όπως Οι αγνοούμενοι του Ντάνιελ Μέντελσον πάνω στην αναζήτηση των προγόνων με σκοπό την ανάκτηση της ταυτότητας. Οι ήρωες των μυθιστορημάτων σας αντίθετα έχουν πολλές ταυτότητες, αβέβαιες, ευμετάβλητες και πάντοτε επινοημένες …
Π. Ο: Για να ζήσουμε πρέπει να επινοήσουμε τις ταυτότητες μας. Στα μυθιστορήματα μου οι ήρωες διέρχονται μία περίοδο κρίσης. Ο κόσμος τους γίνεται κομμάτια: εξαιτίας του θανάτου ενός αγαπητού προσώπου, ή διότι έχουν χάσει την περιουσία τους. Για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση πρέπει να επανεφεύρουν τους εαυτούς τους.
Β. Γκ.: Το λέει ο Αβραάμ Γεχόσουα: το κλειδί κάθε μυθιστορήματος βρίσκεται στην κρίση του ήρωα.
Π. Ο.: Συμφωνώ. Όταν αρχίζω να γράφω δεν σκέφτομαι την πλοκή. Σκέφτομαι τους ήρωες. Αρχίζω να φαντάζομαι τους ήρωες, μιλάω μαζί τους, μέχρις ότου αρχίσω να τους αισθάνομαι πραγματικά. Και μόνον τότε, όταν γνωρίζω σχεδόν τα πάντα γι’ αυτούς, μπορώ να δημιουργήσω την ιστορία. Συμβαίνει οι ήρωες που επινοώ να κάνουν κάτι το εκπληκτικό, να ενεργούν με τρόπο που δεν το περίμενα.
Β. Γκ.: Γιατί συμβαίνει αυτό;
Π. Ο.: Διότι οι λέξεις παράγουν άλλες λέξεις. Η φυσική πράξη της γραφής σε ωθεί προς τη δημιουργία του υπό σύνθεσιν μυθιστορήματος. Όμως μου έχει συμβεί πολλές φορές το έργο πολλών εβδομάδων εργασίας να είναι για πέταμα.
Β. Γκ.: Και τι κάνετε σ’ αυτές τις περιπτώσεις;
Π. Ο.: Επιστρέφω μέχρι να βρω την τελευταία χρήσιμη φράση. Και από εκεί ξαναρχίζω. Δεν ψάχνω τη σωστή ιδέα.
Β. Γκ.: Πράγματι, στα βιβλία σας το τυχαίο είναι σημαντικότερο από κάθε λογικό σχέδιο των ηρώων. Έτσι συμβαίνει και στη ζωή;
Π. Ο.: Ασφαλώς. Δεν γνωρίζουμε τι θα μας συμβεί μόλις βγούμε από αυτόν τον υπέροχο κήπο όπου συζητάμε τώρα.
Β. Γκ.: Λέτε δηλαδή ότι δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στις πράξεις μας και τις συνέπειες τους;
Π. Ο.: Όχι. Λέω κάτι πιο διφορούμενο. Όλοι μας έχουμε στόχους στη ζωή μας: να γίνουμε γιατροί επί παραδείγματι. Γι’ αυτό πάει κανείς στο Πανεπιστήμιο. Νομίζει ότι ξέρει ποιο θα είναι το μέλλον του εφόσον έχει κάνει λογικές επιλογές. Όμως, ενώ σπουδάζει, γνωρίζει μία κοπέλα, την ερωτεύεται. Η κοπέλα είναι ξένη, πρέπει να επιστρέψει στη χώρα της. Αυτός για να την ακολουθήσει πρέπει να αφήσει τη σχολή όπου σπουδάζει. Τελικά αντί να γίνει γιατρός, εργάζεται στο κατάστημα σιδερικών του πατέρα της κοπέλας, σε μία χώρα που γνωρίζει ελάχιστα.
Β. Γκ.: Ας επιστρέψουμε στα μυθιστορήματα σας.
Π. Ο.: Το γράψιμο είναι σαν να πηγαίνω περίπατο στο δάσος. Εκεί βρίσκομαι μπροστά σε ένα τεράστιο δέντρο που μου κλείνει το δρόμο και αλλάζω κατεύθυνση. Μπορεί να συναντήσω ένα ζώο ή πέσω σε ένα χαντάκι. Θέλω να πω ότι το τέλος κάθε ιστορίας είναι διαφορετικό από αυτό που φανταζόμουν στην αρχή.
Β. Γκ.: Είπατε ότι κάθε σας βιβλίο δημιουργείται με βάση τους ήρωες …
Π. Ο.: Τα πρόσωπα που επινοώ ζούν μέσα μου. Εάν νιώθουν πόνο, πρέπει να τον νιώσω και εγώ. Ο μυθιστοριογράφος μοιάζει με τον ηθοποιό. Ο ηθοποιός εργάζεται με το σώμα του, ο συγγραφέας με τις λέξεις, αλλά η διαδικασία είναι η ίδια: και οι δύο δίνουν ζωή σε φανταστικά πρόσωπα. Ένας μεγάλος ηθοποιός ταυτίζεται με τον πρωταγωνιστή, έτσι κάνει και ο πραγματικός συγγραφέας. Να γιατί μου αρέσει να κάνω ταινίες και να δουλεύω με τους ηθοποιούς, με τους οποίους έχουμε πολλά να πούμε.
Β. Γκ.: Ποια η διαφορά ανάμεσα σε μία ταινία και ένα βιβλίο;
Π. Ο.: Τα βιβλία γράφονται σε μοναχικό περιβάλλον. Το μοναδικό εργαλείο που διαθέτουμε είναι οι λέξεις. Κυκλοφορεί ένα αίσθημα διαρκούς ευφορίας. Γυρνώντας ταινίες, μετά από κάθε διάλογο, όλα διακόπτονται, μέχρι την επόμενη σκηνή.
Β. Γκ.: Και ανάμεσα σε έναν αναγνώστη και ένα θεατή;
Π. Ο.: Στο σινεμά οι εικόνες είναι έτοιμες, τις χαίρεσαι παθητικά, τεμπέλικα επί δύο ώρες, κοιμάσαι και την επομένη δεν θυμάσαι τι είδες. Η ανάγνωση αντίθετα αναζητάει μία πιο ενεργή συμμετοχή. Οι λέξεις απαιτούν από τον αναγνώστη μεγάλη εισφορά φαντασίας.
Β. Γκ.: Οι λέξεις μπορούν να ξαναδημιουργήσουν τον κόσμο;
Π. Ο.: Σίγουρα οι λέξεις δημιουργούν έναν κόσμο. Εάν είσαι ευθύβολος, με ένα μυ θιστόρημα, μπορείς να δημιουργήσεις ένα τόσο δυνατό και διαπεραστικό έργο ώστε να αλλάξεις τον κόσμο των αναγνωστών σου. Οι λέξεις είναι ικανές να αποκαλύψουν πεδία ασύλληπτα, τα οποία ο αναγνώστης δεν ήταν ποτέ άλλοτε σε θέση να φανταστεί. Μεγάλος πεζογράφος ή ποιητής είναι αυτός που σε υποχρεώνει να καταλάβεις τι σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου.
Β. Γκ.: Στα βιβλία μιλάτε συχνά για τη λήθη και τη μνήμη. Πόσο σημαντικό είναι το να θυμάσαι και να ξεχνάς;
Π. Ο.: Δεν μπορούμε να ζούμε χωρίς μνήμη. Αλλά δεν θυμόμαστε όλα όσα μας έχουν συμβεί. Κάθε άτομο, κάθε μέρα αφηγείται και επαναφηγείται, γράφει και ξαναγράφει την ιστορία της ζωής του. Κάθε μέρα συνθέτουμε μία αφήγηση γύρω από το ποιοι είμαστε και τι έχουμε πράξει. Συχνά, μάλιστα, κάνουμε μεγάλες αφαιρέσεις, παραλείποντας τον πόνο. Το κάνουμε για να μπορούμε να ζήσουμε στο παρόν, στραμμένοι κάπως στο μέλλον. Το χθες δεν έχει παρέλθει ποτέ: το μεταφέρουμε αλλοιωμένο, με προορισμό ακόμα και το μέλλον.
Β. Γκ.: Στο Η νύχτα του χρησμού αναφέρετε τον τηλεφωνικό κατάλογο της Βαρσοβίας του 1938. Γιατί αυτή η προσφυγή στην πραγματική ιστορία;
Π. Ο.: Το 1998 είχα επισκεφθεί τη Βαρσοβία. Στα χέρια μου βρέθηκε ο τηλεφωνικός κατάλογος που μου χάρισε ο πολωνός εκδότης μου. Μέσα σ’ αυτόν υπήρχε το τηλέφωνο της οικογένειας Όστερ. Είμαι βέβαιος ότι ανήκε σε συγγενείς μου που στη συνέχεια σκοτώθηκαν. Ο αφηγητής στο μυθιστόρημα λέγεται Ορ, που είναι η αμερικάνικη σύντμηση του ονόματος Ορλόφσκι. Το επέλεξα διότι υπήρχε ένας Ορλόφσκι σε εκείνον τον τηλεφωνικό κατάλογο. Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο το 2003 ένας πολωνός δημοσιογράφος ήλθε σπίτι στη Νέα Υόρκη να μου πάρει συνέντευξη. Ίδρωνε και έτρεμε. Στη συνέχεια μου είπε ότι οι Ορλόφσκι ήσαν πρόγονοί μου.
Β. Γκ.: Ποιους συγγραφείς αγαπάτε περισσότερο;
Π. Ο.: Τον Θερβάντες. Τον Σαίξπηρ, φυσικά, που συνεχίζω να τον διαβάζω.
Β. Γκ.: Και τον Κάφκα; Υπάρχει μεγάλη δόση από Κάφκα στα μυθιστορήματα σας.
Π. Ο.: Τον λατρεύω.
Β. Γκ.: Από τους σύγχρονους;
Π. Ο.: Την Σίρι Χούστβεντ, τη γυναίκα μου. Πρόκειται πραγματικά για μεγάλη συγγραφέα. Ο κόσμος δεν το έχει ακόμα καταλάβει. Έπειτα, τον Ντέιβιντ Γκρόσμαν, τον Μάριο Βάργκας Γιόσα, τον Τζον Μ. Κέτζε.
Β. Γκ.: Από τους νέους αμερικανούς;
Π. Ο.: Την Νικόλ Στράους. Μόλις τελείωσα το τρίτο της μυθιστόρημα Μεγάλο σπίτι: ένα υπέροχο βιβλίο. Μετά τον Ντον Ντε Λίλο, το Σημείο Ωμέγα είναι ένα σημαντικό κείμενο που δεν το έχουν κατανοήσει: μοιάζει με ένα σώμα που εκσφενδονίζεται εναντίον ενός τοπίου, πρόκειται για καθαρή ποίηση. Σίγουρα δεν είναι ένα μυθιστόρημα που να θυμίζει Ντίκενς.
Μετάφραση: Φανή Μουρίκη
*Βλόντεκ Γκόλντκορν: Ιταλός δημοσιογράφος του περιοδικού Εσπρέσο

δυναμίτης που ξέμεινε από μπαρούτι τάσο μου, ο όστερ. εύγε για την ανάρτηση
ν.