Ο γνωστός μας Τομ Γουλφ, μαζί με τον Τρούμαν Καπότε (καθείς με τα όπλα του) εδόξασαν, πριν από πενήντα χρόνια, τη νέα δημοσιογραφία, δηλαδή το είδος εκείνο της λογοτεχνίας που θυμίζει δημοσιογραφική καταγραφή. (Ο Χεμινγουέη, ως γνωστόν, παλαιότερα είχε καλλιεργήσει το είδος με το δικό του τρόπο, πιο έμμεσα και, οπωσδήποτε, πιο αποδοτικά).
Στο κείμενο που ακολουθεί ο Γουλφ μιλάει για ένα “κανόνα”, που αφορά την αμερικανική πεζογραφία. Αυτός ο κανόνας θεωρεί τον Μαρκ Τουέιν “Πάπα” του γραπτού αυτού είδους. Ας θυμηθούμε ότι ο κανόνας που αφορά την αμερικανική ποίηση θεωρεί πατέρα της τον Ουόλτ Ουίτμαν.
Ξαφνιάζει σε πρώτη ανάγνωση η θέση του Τομ Γουλφ. Αλλά εάν σκεφτούμε καλύτερα το θέμα, θα συμφωνήσουμε, κάνοντας την απλή σκέψη ότι ο τελευταίος, θαυμαστής της “δημοσιογραφικής γραφής” δεν θα μπορούσε να θεωρήσει ως πατέρα της αμερικανικής πεζογραφίας άλλον πλην του Τουέιν, ο οποίος είχε θητεύσει στον λόγο των εφημερίδων.
Ο Γουλφ, έχω τη γνώμη, ότι περίπου βλασφημεί με την τοποθέτησή του αυτή, γιατί ξεχνά μεγάλα ονόματα που προηγήθηκαν του Τουέιν: αυτό του Χέρμαν Μέλβιλ, του Ουάσινγκτον Ίρβιν ή του Ναθάνιελ Χόθορν.
Τ.Γ.
Θα σας μιλήσω για τον Μαρκ Τουέιν, τον πατέρα κάθε συγγραφέα
του Τομ Γουλφ
Στην τρίτη θέση βρίσκουμε την Μάργκαρετ Μίτσελ. Το Όσα παίρνει ο Άνεμος κατέκτησε σε διεθνές επίπεδο ένα τεράστιο κοινό, το οποίοτην καταξίωσε, με επιστέγασμα όχι μόνο την απονομή σ’ αυτήν του Βραβείου Πούλιτζερ, το 1937, αλλά και την, κατά κάποιο τρόπο, μεγαλύτερη αναγνώριση της. Η αναγνώριση αυτή είχε σχέση με τις διχογνωμίες στο εσωτερικό του στενού κύκλου των ειδικών της “υψηλής” λογοτεχνίας, όσον αφορά το ερώτημα: εάν το έργο της διαθέτει ή όχι τα στοιχεία του από χρόνων αναμενόμενου θαύματος με το όνομα “Μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα”.
Στη δεύτερη θέση βρίσκουμε την Χάριετ Μπίτσερ Στόου. Με την Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά, που δημοσιεύτηκε το 1852, προκάλεσε ρίγη αγωνίας, κάνοντας τους αναγνώστες να συγκινηθούν με τις περιγραφές της δουλείαςστην Αμερική. Εάν η κυρία Στόου δεν είχε ανάψει το φιτίλι, είχε πει ο Λίνκολν, δεν θα ξεσπούσε ποτέ ο Εμφύλιος Πόλεμος.
Όσον αφορά την πρώτη θέση, βρισκόμαστε απέναντι σε μια από αυτές τις, αν μη τι άλλο, απίστευτες συμπτώσεις, που συμβαίνουν μόνο μέσω του φαινομένου της, κατά Γιουνγκ, λεγόμενης σ υ γ χ ρ ο ν ι κ ό τ η τ α ς ( ” το φαινόμενο των συμπτώσεων που έχουν νόημα”. Σ. τ .Μ.).
Το 1871 η κυρία Στόου ζούσε σε μια έπαυλη στο Χάρτφορντ όταν ένας τριανταεξάχρονος συγγραφέας ήλθε στην πόλη και έχτισε ένα πιο μεγάλο οίκημα, σε απόσταση ενός περίπου τετραγώνου από το δικό της. Από τη διπλανή πόρτα του συγκεκριμένου σπιτιού εκείνος την προσπέρασε, αφαιρώντας της τον τίτλο του διασημότερου αμερικανικού συγγραφικού ονόματος όλων των εποχών. Τίτλο που διατηρεί ακόμα και σήμερα, ένα χρόνο και πλέον μετά την επέτειο των 100 χρόνων από το θάνατο του στις 21 Απριλίου 1910. Φυσικά μιλάμε για τον Μαρκ Τουέιν.
Οι μεγάλοι της αμερικανικής λογοτεχνίας των επόμενων εποχών όπως ο Χέμινγουεϊ, ο Φόκνερ, ο Σίνκλερ Λιούις και ο Τζον Στάϊνμπεκ (όλοι βραβευμένοι με Νόμπελ), δεν γνώρισαν παρά ελάχιστη από την τεράστια φήμη που ο Τουέιν – και η κυρία Στόου – απέκτησαν σ’ ολόκληρη την Υφήλιο. Το 1865 δημοσιεύοντας τον Περίφημο βάτραχο Καλαβέρας, ένα χιουμοριστικό διήγημα με σκηνικό τα ορυχεία της Καλιφόρνιας, το όνομα του Μαρκ Τουέιν – ο οποίος θεωρείται ένα είδος “Ομήρου Χάκλεμπερι” – έγινε αμέσως γνωστό.
Οι ξένοι θεωρούν τους Αμερικάνους μια ορδή βαρβάρων – οι οποίοι είχαν την τύχη να βρουν μια γη πλούσια σε πολύτιμα μεταλλεύματα, με εύφορους κάμπους, εκτεταμένα δάση και πλωτά ποτάμια- πλούσιους και αγροίκους, ικανούς να εκφραστούν μόνο με ακατανόητους βομβορυγμούς. Αναδυόμενος από τον υπόγειο κόσμο των ορυχείων ο Μαρκ Τουέιν – απίθανος νεαρός – έκανε κάτι το αξιοθαύμαστο: μετέτρεψε τις κραυγές των άξεστων κατοίκων της πατρίδας του σε λογοτεχνία!
Η Αγγλία έμεινε με το στόμα ανοιχτό, όπως και ολόκληρη η Ευρώπη, επίσης. Και ο υπόλοιπος κόσμος έμεινε άφωνος: ακόμα και η Ινδία. Λέγεται ότι επιστρέφοντας από αυτή τη χώρα ο Μαρκ Τουέιν – έκθαμβος και ενθουσιασμένος – είχε πει με ειλικρίνεια, χωρίς ίχνος ντροπής σε ένα φίλο: “Στην Ινδία γνωρίζουν μόνο τρία πράγματα από την Αμερική: τη Γουόλ Στριτ, το Άγαλμα της Ελευθερίας και τον Μαρκ Τουέιν!”
Αλλά ας επιστρέψουμε στην Χάριετ Μπίτσερ Στόου και στο Χάρτφορντ.
Όταν ζούσε στο Χάνιμπαλ του Μισούρι, ήταν ένας ψιλόλιγνος νέος με μεγάλο κεφάλι, κοντό λαιμό, πεσμένους ώμους και αγύμναστο σώμα. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και εξαιρετικά φίνος άνθρωπος. Εργάσθηκε ως δημόσιος υπάλληλος, ήταν πολύ δραστήριος κοινωνικά και όλοι τον αποκαλούσαν “Δικαστή Κλέμενς”.
Μετά το θάνατο του πατέρα του, όταν ο Τουέιν ήταν 11 ετών, ο νεαρός είχε την ευκαιρία να γνωρίσει την περιοχή των ορυχείων της Νεβάδα. Ο μεγάλος του αδερφός ο Όριον, εργαζόταν ως γραμματέας και έγινε δεύτερος κυβερνήτης της Νεβάδα.
Για κάποιο διάστημα ο Τουέιν εργάστηκε ως καπετάνιος ενός ατμοκίνητου φέρι -μποτ. Όμως το κύριο εισόδημα του προέρχονταν από την αρθρογραφία του στο TheAltaCalifornia και άλλες εφημερίδες, καθώς και από την εργασία του ως κωμικός ηθοποιός. Τον ενδιέφερε η Άγρια Δύση – πολύ σημαντικό θέμα γι’ αυτόν – όμως συγχρόνως το βλέμμα του ήταν στραμμένο προς την Ανατολική ακτή των ΗΠΑ, τρεις χιλιάδες μίλια μακριά, όπου υπήρχαν οι μεγαλύτεροι εκδοτικοί οίκοι.
Ο περίφημος βάτραχος της Καλαβέρας δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1865, όχι στο TheAltaCalifornia αλλά σε ένα περιοδικό της Νέας Υόρκης: το TheSaturdayPress – και στη συνέχεια έγινε γνωστός σε όλη τη χώρα. Ο Τουέιν δεν ήταν, βέβαια, ο μοναδικός ευφυολόγος, που είχε αφοσιωθεί στη χιουμοριστική δημοσιογραφία και στην κωμική σκηνή: πριν από αυτόν ο Ζος Μπίλινγκς, ο Πετρόλεουμ Β. Νάσμπι και ο Άρτεμους Γουόρντ (ο διασημότερος της ομάδας) είχαν κάνει το ίδια. Πάνω στη σκηνή ο Τουέιν ερμήνευσε τον ρόλο του «Γουίλι Ολ, φιλόσοφου Ράφνεκ» (του γηραιού, πονηρού φιλοσόφου,που του άρεσαν οι φιλονικίες), ενός τύπου της Άγριας Δύσης, και σύντομα η επιτυχία του κάλυψε εκείνη του Γουόρντ. Οι επιτυχίες του Τουέιν πολλαπλασίασαν την φήμη του ως συγγραφέα, με τρόπο που σήμερα- σε μια εποχή ηλεκτρονικής διασκέδασης, ραδιοφώνου, κινηματογράφου, τηλεόρασης, ίντερνετ, cd, dvd, iPhone, iPod, iPad- φαίνεται απίστευτος.
Πέντε χρόνια μετά την δημοσίευση του Βατράχου, ο Τουέιν εγκαταστάθηκε στο Νουκ Φαρμ: σε ένα αμιγώς αγροτικό προάστιο, δυτικά του Χάρτφορντ, όπου ζούσαν και άλλες διασημότητες. Επρόκειτο για μια εκλεκτή περιοχή, την οποία κατοικούσαν μόνο αριστοκράτες με εξακριβωμένη καταγωγή. Το Νουκ Φαρμ έγινε το Μπελ Ερ των συγγραφέων, των πολυεκατομμυριούχων και των πρωτοκλασσάτων πολιτικών. Αυτόν τον κόσμο αποτύπωσε γλαφυρά ο Τζάστιν Κάπλαν στο έργο του Ο κύριος Κλέμενς και ο Μαρκ Τουέιν.
Σε αυτή τη “χρυσή γη” κατασκεύαζαν τη μια βίλα μετά την άλλη: όπως της κας Στόου και του συζύγου της Κάλβιν, του γερουσιαστή Φράνσις Ζιλέτ – γνωστού ως υπέρμαχου της κατάργησης της δουλείας- του πρώην Κυβερνήτη του Κονέκτικατ και διευθυντή του Curator Τζόζεφ Χόλει ή του συγγραφέα Τσαρλς Ντάντλει Γουόρνερ. Όμως ο κατάλογος δεν τελειώνει εδώ, γιατί τα σπίτια φύτρωναν σαν μανιτάρια. Ο Τουέιν ζώντας σε ένα κτίριο βικτοριανού τύπου, του οποίου οι διάφοροι πυργίσκοι φαίνονταν υπερβολικοί ακόμα και στην περίοδο της Χρυσής Εποχής, τους είχε ξεπεράσει όλους. Στην είσοδο της βίλας, ένας αμαξάς και ένας λακές ήσαν πάντα διαθέσιμοι. Το εσωτερικό του κτιρίου, με τη φινετσάτη επίπλωση και το εξαμελές υπηρετικό προσωπικό, ήταν ακόμα πιο πολυτελές. Ο Τουέιν είχε αγοράσει ένα κρεβάτι σε εξωφρενική τιμή, που προερχόταν από κάποιο παλάτσο της Βενετίας. Στην κεφαλή του κρεβατιού υπήρχαν ανάγλυφοι έρωτες, νύμφες και Σεραφείμ – οι άγγελοι με τις έξι φτερούγες που προστατεύουν το θρόνο του Κυρίου. Ήταν ένα έργο τόσο λαμπρό, έλεγε ο Τουέιν, ώστε ένιωθε υποχρεωμένος να βάζει το μαξιλάρι του στα πόδια του κρεβατιού και να κοιμάται ανάποδα, ούτως ώστε ξυπνώντας η ματιά του να απολαμβάνει αυτήν την παραδείσια σκηνή, η οποία συμβόλιζε την προσωπική του επιτυχία.
Η ζωή στο Νουκ Φαρμ αναλωνόταν σε αμοιβαίες προσκλήσεις για δείπνα, στα οποία παρακαθόταν όποιο διάσημο άτομο τύχαινε να περάσει από εκείνα τα μέρη: από τον Γουίλιαμ Ντιν Χάουελς, μέχρι τον Χένρι Μόρτον Στάνλει, που είχε γίνει διάσημος με το: «Ο δόκτορ Λίβινγκστον υποθέτω». Το 1891, τα χρήματα που στοίχισε η κατοικία του Μαρκ Τουέιν, οδήγησαν τελικά τον τελευταίο σε πτώχευση, κατά τον ίδιο τρόπο που στο πρώτο μισό εκείνου του αιώνα το Άμποτσορ Χάουζ, μια παρόμοια τρέλα, είχε καταστρέψει τον Σερ Γουόλτερ Σκοτ.
Σκεφτείτε όμως: είκοσι χρόνια! Επί είκοσι χρόνια ο Τουέιν απόλαυσε τη ζωή εκείνου του μυθικού ήρωα, τον οποίο κάθε Αμερικανός συγγραφέας, πλην ενός, ονειρεύεται να μιμηθεί: του σπάταλου της Ανατολικής ακτής των ΗΠΑ.
Μετάφραση: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ
Τομ Γουλφ (1939): Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος, εισηγητής του New Journalism.
Μαρκ Τουέιν (1835-1910): Ψευδώνυμο του Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς. Αμερικανός συγγραφέας. Τα γνωστότερα του έργα είναι οι Περιπέτειες του Τομ Σόγιερ και οι Περιπέτειες του Χάκλμπερι Φιν.

