Η έννοια της βιβλιοθήκης, σε γενικές γραμμές, μας έχει παραδοθεί από αρχαιοτάτων χρόνων. Οι Ασσύριοι και οι Αιγύπτιοι, μεταξύ άλλων, όπως ξέρουμε διέθεταν αυτόν το μαγικό και ανεξερεύνητο σε βάθος χώρο, περιορισμένο, βέβαια, μέσα στα άδυτα των εξουσιαστικών κύκλων. Μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας αλλά και αργότερα η βιβλιοθήκη, μέσα από τη διάδοση του έντυπου λόγου, παίρνοντας διαφορετική μορφή άρχισε να μας συστήνεται ως ένας πραγματικός λαβύρινθος της καθημερινότητάς μας, που δεν θέλαμε να συνειδητοποιήσουμε. Στη σύγχρονη εποχή, πριν από την εισβολή της ηλεκτρονικής εικόνας, η βιβλιοθήκη (δημόσια και ιδιωτική)- ο κόσμος του βιβλίου, με άλλα λόγια- είχε προλάβει να εγκατασταθεί στη συνείδησή μας ως ένα φαινόμενο σχεδόν μεταφυσικό (βλ. Μπόρχες), μέσα στο αχανές και απροσδιόριστό του.
Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι θεωρητικό αλλά δημοσιογραφικό. Το ενδιαφέρον του βρίσκεται στο ότι προσπαθεί με χιούμορ να θίξει, μέσα από τυχαία παραδείγματα, τη σχέση του σύγχρονου συγγραφέα και της προσωπικής του βιβλιοθήκης.
Αγαπημένη μου Βιβλιοθήκη είσαι η Βαβέλ μου
της Μιρέλα Σέρι
«Τα βιβλία τοποθετημένα κατά αλφαβητική σειρά και λογοτεχνικό είδος, από την αφήγηση στη φιλοσοφία, είναι μια ανάμνηση του παρελθόντος. Τώρα πια δεν υπάρχει ταξινόμηση, η βιβλιοθήκη μου είναι ένα σώμα σε αποσύνθεση, τα βιβλία έχουν καταλάβει και καταβροχθίζουν το σπίτι, όπως τα τροπικά φυτά κατατρώγουν τα μνημεία της Καμπότζης» εξηγεί ο συγγραφέας Ραφαέλε Λα Κάπρια. Ο ομιλών έχει κοντά του μόνο μερικά βασικά, προσωπικά του βιβλία, όπως τα έργα του Ζιντ, ή του Χέμινγουεϊ τα οποία έχει μεταφράσει ο ίδιος. “Εάν θέλω να μελετήσω ένα βιβλίο, παρότι το έχω, το ξαναγοράζω. Αυτή είναι μια πιο σύντομη διαδικασία. Κάποτε επέλεγα τα άχρηστα βιβλία με τον ίδιο τρόπο που οι Ρωμαίοι έστελναν σε θάνατο τους φυλακισμένους, περίπτωση κατά περίπτωση. Φέτος θα ξαλαφρώσω με τη μέθοδο των μαζικών εξοντώσεων». Έτσι ο Λα Κάπρια θα πιάσει το ματσέτε για ένα δραστικό κλάδεμα.
Ενώ κάποιοι συγγραφείς σκοπεύουν να κάνουν ανακατατάξεις στη βιβλιοθήκη τους, άλλοι ασχολούνται με τη διατήρησή της. Με ποιον τρόπο οργανώνουν τα αγαπημένα «εργαλεία δουλειάς», τα κείμενα του παρελθόντος και του παρόντος; Ποιες πυξίδες προσανατολίζουν στους λαβύρινθους των βιβλιοθηκών τους;
Κάναμε αυτήν την ερώτηση σε οκτώ συγγραφείς, για να συγκεντρώσουμε τις οδηγίες ερασιτεχνών αρχειοθετών, όπως επίσης και μαρτυρίες για τη βιβλιοθήκη-χάρτη των διαθέσεων, των ερώτων, των απορρίψεων, των μοιραίων έλξεων. «Το σπίτι μου στο Ροκαμάρε φιλοξενεί τις πιο αγαπητές μου λογοτεχνίες: από τη ρωσική έως τη γαλλική, που περιλαμβάνουν δοκίμια, αφηγηματικά και ποιητικά έργα.”. “Στο σπίτι μου στη Ρώμη, καταλαμβάνει σαλόνια, διαδρόμους, αποθήκες και σοφίτες η λατινο-ελληνική γραφή. Πρόκειται για σαράντα χιλιάδες «παρουσίες» ταξινομημένες χρονολογικά όσον αφορά τους προηγούμενους αιώνες, ενώ όσον αφορά τον εικοστό αιώνα ακολουθούν αλφαβητική σειρά”, μας λέει ένας από τους πιο εκλεπτυσμένους «συλλέκτες», ο Πιέτρο Τσιτάτι, ο οποίος, εάν κάθε τόσο δεν έκανε εκκαθάριση, θα είχε μια βιβλιοθήκη διπλάσια από την υπάρχουσα. «Η τακτοποίηση» παρατηρεί, «είναι μία μάχη από την οποία συχνά νομίζω ότι βγαίνω ηττημένος».
Επίσης και ο Αντρέα Καμιλέρι – με εννέα χιλιάδες τόμους στην κατοχή του – παλεύει με την έλλειψη χώρων και τις προτιμήσεις της οικογένειας. «Η οργάνωση των βιβλίων αγγίζει κρυφές χορδές και αναγεννά τις ψυχές», λέει ο συγγραφέας. «Η σύζυγος μου, πχ, έχει ένα χώρο αφιερωμένο στη Σοά και ένα για τις συγγραφείς αστυνομικών έργων, τις οποίες δεν εκτιμώ και ιδιαίτερα, εκτός από την Πατρίτσια Χάισμιθ. Στο γραφείο μου υπάρχει ένα ειδικό “τμήμα”, τα βιβλία του προσκέφαλου: Μπέκετ, Τζόις, Φόκνερ, Γκόγκολ, Γκάντα, Σαβίνιο, Σάσα, Πιραντέλο».
Ο Φράνκο Κορντέλι φροντίζει τριάντα χιλιάδες “παρουσίες”, σκόρπιες σε ράφια χωρίς κενά, που δεν επιτρέπουν κενά μνήμης. «Δεν έχω πρόβλημα, θυμάμαι τα πάντα. Τα βιβλία, στο ίδιο ράφι, είναι τοποθετημένα σε πολλές σειρές σε κάθετη και οριζόντια θέση, χωρισμένα ως προς τις γλωσσικές περιοχές και τη χρονολογία. Η γαλλική λογοτεχνία, πχ, ξεκινάει με τον Κρετιέν ντε Τρουά».
Αυστηρή ταξινόμηση, κατά αλφαβητική σειρά, βιβλίων σχετικών με τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τα θεάματα κ.ο.κ. έχει κάνει η Κριστίνα Κομεντσίνι. «Τα παιδιά μου μετακόμισαν και πήραν μαζί τους τα βιβλία που τους ανήκαν. Τώρα τακτοποιώ διάφορα νέα αποκτήματα, ακριβές εκδόσεις προερχόμενες από τη βιβλιοθήκη του μπαμπά», εξηγεί η συγγραφέας και σκηνοθέτης, κόρη του Λουίτζι, βιρτουόζου του σινεμά και μεγάλου αναγνώστη. “Κρατώ και τα θεωρητικά βιβλία για την οικονομία, που είχα όταν σπούδαζα. Όταν γράφω ένα μυθιστόρημα εμπνέομαι από την Ιστορία, ενώ για να γυρίσω ταινίες ανατρέχω σε άλμπουμ και άρθρα για τη φωτογραφία, που ξεκινούν από τον Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν και καταλήγουν στον Ντάγλας Κίρκλαντ».
Στο Κάμπρας, στο διαμέρισμα της Μικέλα Μούρτζια, κυριαρχούν τα χρώματα, από βιβλία τα οποία είναι τοποθετημένα σύμφωνα με τους εκδοτικούς οίκους. “Η βιβλιοθήκη μου είναι κατασκευασμένη με μεταλλικές κολόνες. Τα βιβλία είναι τοποθετημένα σε οριζόντια σειρά. Στην κορυφή έχω βάλει ένα παπούτσι μου, κόκκινο, καφέ ή μαύρο, ως στήριγμα. Σε ειδικά ράφια φιλοξενώ την πνευματική παραγωγή της Σαρδηνίας και τα θεολογικά βιβλία».

Οι “χάρτινες συλλογές” του Τζιανρίκο Καροφίλιο καλύπτουν τους τοίχους τριών σπιτιών στο Μπάρι και στη Ρώμη. Έχουν πλημμυρίσει ακόμα και τις κουζίνες και τα μπάνια. «Η λέξη- κλειδί είναι Αναρχία. Ο Ρεμπό δίπλα στον Νίτσε, η Πατρίτσια Καβάλι δίπλα στη Βισλάβα Συμπρόσκα. Δεν μου ξεφεύγει τίποτα. Διατηρώ και μια συλλογή από εγχειρίδια πάσης φύσεως: από πολεμικές τέχνες μέχρι ταχυδακτυλουργία»
Ο Φεντερίκο Μότσια, ευπώλητος συγγραφέας ερωτικών ιστοριών, ακόμα και στην τακτοποίηση της βιβλιοθήκης ακολουθεί τα συναισθήματά του. «Στο κέντρο των ραφιών υπάρχουν οι συγγραφείς που είναι συναισθηματικά πιο κοντά μου: ο Χέμινγουεϊ, ο Ρίτσαρντ Μάνσον ο Τζέι Μακίνρευ, ο Φιτζέραλντ. Ψηλότερα είναι οι πιο απαιτητικοί: από τον Νικ Χόρνμπι έως τον Ντέιβιντ Νίκολς. Σε διπλανή θέση βρίσκεται το θρίλερ: από τον Τζέφρι Ντίβερ έως τον Αμανίτι. Κυριαρχεί η αυθαιρεσία: τα ελευθέρια κείμενα του Τοντέλι συνορεύουν με του Λεοπάρντι. Σκοπεύω, όμως, να κάνω ανακατατάξεις. Ζω σε ένα χάος». (…) Κανένα κομπιούτερ, βιβλία τοποθετημένα ανά συλλογές και εκδοτικούς οίκους, αλλά και σύμφωνα με το μέγεθος, για εξοικονόμηση χώρου. Ο τρόπος για να τα βρει κανείς; Να τα ανασύρει και να τα συμβουλεύεται συχνά. Έτσι έχει οργανώσει τη βιβλιοθήκη του ο Τζιουζέπε Ποντίτζια: «Πετάω λίγα βιβλία. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο δεν το κάνω με πόνο. Το κριτήριο μου είναι να επιλέγω έργα, τα οποία θα ήθελα να αρχίσω την ανάγνωσή τους το ίδιο βράδυ της αγοράς τους. Αυτά που χαρίζω δεν τα θεωρώ απαραίτητα. Δεν είμαι ένα συλλέκτης που μαζεύει αδιάφορα βιβλία, μόνο για να τα κατέχει». “Πώς κατορθώνετε να βρείτε το χρόνο για να διαβάσετε όλα όσα σας ενδιαφέρουν ή απλώς σας κινούν την περιέργεια”; «Διαβάζω πολλά βιβλία συγχρόνως. Είμαι υπέρ της απιστίας και της πολυγαμίας. Η ανάγνωση είναι μια ατέλειωτητη έρευνα. Τον Δάντη π.χ. άρχισα να τον καταλαβαίνω αφού τον διάβασα πολλές φορές. Όμως ακόμα και μια διαγώνια ματιά μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα: μοιάζει με την τμηματική κατόπτευση ενός τοπίου. Μια μεγάλη βιβλιοθήκη μπορεί να ευνοήσει τέτοιες επιδρομές». “Τι κρύβεται πίσω από το πάθος ως βιβλιοφίλου;” «Μία βιβλιοθήκη σαν τη δική μου συνιστά μια αυθαιρεσία. Αντιπροσωπεύει μια έλξη, μία ώθηση προς την έρευνα χωρίς όρια. Εκφράζει τη μελαγχολική σου διάθεση να καταβροχθίσεις την Υφήλιο μέσα από τα βιβλία». (…) Ονειρεύεται ένα σπίτι με άσπρους, γυμνούς τοίχους και ελάχιστα βιβλία. Αυτό είναι το όνειρο του Αντρέα Τζαντζότο. Όμως το σπίτι του ξεχειλίζει από βιβλία, των οποίων ο αριθμός αυξάνει συνεχώς. “Θα μου άρεσε να απαλλαγώ από την εξάπλωση του τυπωμένου χαρτιού. Τα βιβλία που εισβάλουν συνεχώς στην αγορά, γεμίζουν το σπίτι όσων κάνουν μια ορισμένη δουλειά. Και δεν είναι κακής ποιότητας. Αντίθετα, είναι πολύ καλά δοκίμια, μυθιστορήματα, συλλογές ποιημάτων, αλλά κανένας δεν μπορεί να τα “καταναλώσει” όλα». “Πώς οργανώνετε τις αναγνώσεις σας”; «Ζω μέσα σε συνεχή οδυνηρά διλήμματα: τι να επιλεξω ανάμεσα στην ανάγνωση, το γράψιμο ή την αδράνεια: να σήμερα το πρωί μου συνέβη να κοιτάζω έναν υπέροχο κότσυφα, που τσιμπολογούσε ένα κόκκινο φρούτο. Είναι ψευδής ο σύγχρονος μύθος της εύκολης απόκτησης άριστης κουλτούρας, εφόσον σήμερα κυριαρχεί η εξειδίκευση. Το ιδεώδες θα ήταν να έχει κανείς ελάχιστα βιβλία στο σπίτι. Από τη στιγμή που αυτό δεν είναι δυνατόν, καλύτερα να εμπιστεύεται κανείς τα λογοτεχνικά περιοδικά και τις κριτικές, οι οποίες φωτίζουν τα βασικά συστατικά ενός έργου. Σήμερα ζούμε μέσα σε ένα πυρετώδες άγχος: εγώ διαβάζω, συγχρόνως, τέσσερα με πέντε βιβλία. Αρκούμαι στο να περιπλανιέμαι, να τσιμπολογάω εδώ και εκεί, όπως εκείνος ο υπέροχος κότσυφας, ελπίζοντας να μην πέσω πάνω σε κάποιο δηλητηριασμένο φρούτο».
Μετάφραση: ΦΑΝΗ ΜΟΥΡΙΚΗ
Η Μιρέλα Σέρι είναι καθηγήτρια σύγχρονης Ιταλικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης και δοκιμιογράφος.
Ο Ραφαέλε Λα Κάπρια (1922) είναι συγγραφέας και συνεργάτης της Κοριέρε ντε λα Σέρα. Συνεκδότης του περιοδικού Nuovi Argomenti. Επίσης έχει συνεργαστεί, ως σκηνοθέτης, με τον Φραντσέσκο Ρόζι.
Ο Πιέτρο Τσιτάτι (1930) είναι συγγραφέας μυθιστορημάτων, δοκιμίων και βιογραφιών σημαντικών προσωπικοτήτων.
Ο Αντρέα Καμιλέρι (1925) είναι συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών.
Ο Φράνκο Κορντέλι (1943) είναι πεζογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος.
Η Κριστίνα Κομεντσίνι (1956) είναι συγγραφέας και σκηνοθέτης του κινηματογράφου.
Η Μικέλα Μούρτζια (1972) είναι συγγραφέας.
Ο Τζιανρίκο Καροφίλιο (1961) είναι δικαστής, συγγραφέας και πολιτικός.
Ο Φεντερίκο Μότσια (1963) είναι συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης.
Ο Τζιουζέπε Ποντίτζια (1934-2003) είναι ιταλός συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας.
Ο Αντρέα Τζαντζότο (1921-2011) είναι ιταλός ποιητής.


