Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Δεκέμβριος 2009

Τζίγκα Βερτόφ

Εάν δεχθούμε, σύμφωνα με έναν ορισμό γενικώς αποδεκτό, ο οποίος έχει ως αφετηρία του τα πειράματα του Τζίγκα Βερτόφ, κυρίως, ότι το σινεμά της τεκμηρίωσης (επίκαιρα/ ζουρνάλ, ντοκιμαντέρ και σινεμά βεριτέ) «συλλαμβάνοντας το απρόοπτο εν τη γενέσει του, μπορεί και αποτυπώνει τη ζωή», ξέρουμε πολύ γενικά ότι μιλάμε για μια έκφραση με σαφώς συγκεκριμένο περιεχόμενο. Με άλλα λόγια αντιμετωπίζοντας το θέμα γνωσιολογικά, σε κάθε περίπτωση τα είδη του συγκεκριμένου σινεμά είναι εργαλεία γνώσης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Daniel Barenboim

Daniel Barenboim

(Συνέντευξη του Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ στην Τζιουζεπίνα Μανίν)

«Έπαιξα μπροστά σε μια μητέρα και ένα παιδί που ξαναβρέθηκαν μετά από 30 χρόνια»

Εκείνο το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου 1989 ο Ντάνιελ Μπαρεμπόϊμ είχε πέσει για ύπνο λίγο νωρίτερα επειδή την επομένη η γυναίκα του έφευγε για το Παρίσι. «Όταν ξύπνησα έριξα μια ματιά στην εφημερίδα και έμεινα απολιθωμένος. Έτρεξα στη γυναίκα μου: ξύπνα, έπεσε το Τείχος! «Άσε με να κοιμηθώ – γκρίνιαξε εκείνη – δεν είσαι καθόλου αστείος». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Blaise Cendrars

Τον καιρό εκείνο ήμουν στην εφηβεία μου/ Στα δεκάξι σχεδόν και ούτε θυμόμουν πια τα παιδικά μου χρόνια / 16.000 λεύγες μακριά από τον τόπο που γεννήθηκα / Ήμουν στη Μόσχα, στην πόλη με τα χίλια τρία καμπαναριά και τους / εφτά σταθμούς / Και δεν μου αρκούσαν εφτά σταθμοί και χίλιοι τρεις πύργοι / Γιατί ήταν τότε η εφηβεία μου τόσο φλογερή και τόσο παράλογη / Που η καρδιά μου φλεγόταν, διαδοχικά, σαν της Εφέσου το ναό ή σαν / την Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας / Όταν βασιλεύει ο ήλιος / Και τα μάτια μου φωτίζαν αρχαίες φωνές. / Και ήμουν ήδη τόσο κακός ποιητής / Ώστε δεν ήξερα να προχωρήσω μέχρι τέλους. (….) Τον καιρό εκείνο ήμουν στην εφηβεία μου / Στα δεκάξι σχεδόν κι ούτε θυμόμουν πια τη γέννησή μου / Ήμουν στη Μόσχα, όπου ζητούσα να τραφώ με φλόγες / Και δεν μου αρκούσαν πύργοι και σταθμοί που αστραποβολούσαν στα μά- / τια μου / Στη Σιβηρία βροντούσε το κανόνι, ήταν ο πόλεμος / Η πείνα το κρύο η πανούκλα η χολέρα / Και τα λασπώδη νερά του Αμούρ παράσερναν εκατομμύρια κουφάρια / Σ’ όλους τους σταθμούς έβλεπα όλα τα τελευταία τραίνα / Κανένας δεν μπορούσε πια να φύγει, δεν έβγαζαν πια εισιτήρια / Κ’ οι στρατιώτες που έφευγαν θα ήθελαν πολύ να είχαν μείνει… / Ένας γερασμένος καλόγερος έψελνε το θρύλο του Νοβγκορόντ (…) (περισσότερα…)

Read Full Post »

ΔΑΝΙΗΛ ΧΑΡΜΣ

ΔΑΝΙΗΛ ΧΑΡΜΣ: Περιστατικά (Κόμμα. Μτφρ.: Ροδούλα Παππά. Σελ.: 45).

«Το χιούμορ δεν έχει μόνο κάτι το απελευθερωτικό, ανάλογο μ’ εκείνο που υπάρχει στο πνεύμα αλλά ακόμη κάτι το μεγαλειώδες και ανυψωτικό….»

Σ. Φρόιντ

////

Ο Νικος Καρούζος αφηγείται σε κείμενό του ένα περιστατικό από μια επίσκεψή του στο σπίτι του φίλου του Φώτη Κόντογλου, όπου συχνά γίνονταν «λογοτεχνικές βραδιές». Κάποιος άλλος προσκεκλημένος μίλησε με θαυμασμό για την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, το ποίημα-ποταμό. Τότε ο Κόντογλου αντέτεινε ότι μπροστά στο ολιγόστιχο Φως ιλαρόν το θηριώδες καζαντζακικό έργο ωχριά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Gabriel Garcia Marquez

(Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ρεπόρτερ στην πόλη του Φελίνι)

του Φιλίππο Λα Πόρτα

«Κανένας δεν τραγουδούσε ή πέθαινε από έρωτα στις πλαστικοποιημένες ταβέρνες της Πιάτσα ντι Σπάνια…».

Ποιός θα μπορούσε να φανταστεί ότι ένας ξένος θα αναπολούσε τόσο ρομαντικά τη Ρώμη της δεκαετίας του ’50… Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες που έζησε στη Ρώμη το 1955 όταν ήταν 30 ετών, και έκτοτε την έχει επισκεφθεί πολλές φορές, έγραψε ένα μαγευτικό, υπέροχο αυτοβιογραφικό διήγημα, τοποθετημένο στην αγαπημένη του αιώνια πόλη με τίτλο Η Αγία (ένα από τα δώδεκα διηγήματα της περιπλάνησης). Ο συγγραφέας μας μιλάει για την παραμονή του στη Ρώμη, όταν φοιτούσε στο Πειραματικό Κέντρο Κινηματογραφίας (έχοντας συμφοιτητή τον Αργεντίνο σκηνοθέτη Φερνάντο Μπίρι και καθηγητή τον Τσέζαρε Τζαβατίνι), αλλά κυρίως για τη συνάντησή του, στην πανσιόν όπου έμενε, με τον Μαργκαρίτο Ντουάρτε, ο οποίος είχε έρθει από τη Κολομβία μεταφέροντας ένα φέρετρο από πεύκο με περιεχόμενο το εξαιρετικά καλά διατηρημένο πτώμα της πεθαμένης κόρης του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η συζήτηση η οποία άνοιξε, κυρίως από την πλευρά της Αριστεράς, σχετικά με την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Ψυχή βαθιά, οφείλεται, όπως ήταν φυσικό, σε ιδεολογικές αιτίες. Όσοι αντιμετώπισαν, και ορθώς, το έργο αυτό ως πολιτικό είδος κινηματογράφου, το αντιμετώπισαν πριν απ’ όλα με ιστορικά κριτήρια. Έκπληκτοι κάποιοι εξ αυτών (μεταξύ τους και άλλοι όχι κατ’ ανάγκην αριστεροί, πλην στοιχειωδώς ενημερωμένοι) είδαν να εκτυλίσσεται στην οθόνη ένα α ν ι σ τ ό ρ η τ ο (μελό)δραμα, με πλαίσιο τον Εμφύλιο στα τέλη της δεκαετίας του ’40, το οποίο εντυπωσίαζε με την προκλητικότητά της (δήθεν;) ανυποψίαστης πρωτογένειάς του στην προσέγγιση μιας τόσο σημαντικής σελίδας της σύγχρονης ελληνικής περιπέτειας. Ένα είδος ιδεολογικού μότο της ταινίας είναι, φυσικά, η δημαγωγική θυμοσοφία του πατέρα ενός σκοτωμένου στρατιώτη (εκ χειλέων ενός ψευδοχαρακτήρα, που υποδύεται ο Βέγγος ως δραματική καρικατούρα) σχετικά με τους αλληλοσφαζόμενους συνέλληνες. Εάν αυτή η ματιά μάς παραπέμπει στο πιο ατυχές έργο του Καζαντζάκη, τις Αδερφοφάδες, είναι καθαρή… σύμπτωση. Αλλά, δεν ήταν μεμπτή μόνον αυτή η παράμετρος. Δυστυχώς το συζητήσιμο αισθητικό περιτύλιγμα καταδίκαζε το εγχείρημα συνολικά.

(περισσότερα…)

Read Full Post »