Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πεζά’ Category

Οι «βλαβερές» συνέπειες του καπνού είναι πλέον ένα οξύμωρο στη λογοτεχνία, στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Χάρη στην εξάρτηση αυτή γράφτηκαν και γυρίσθηκαν σημαντικά έργα στη μοντέρνα και μεταμοντέρνα συνθήκη. Από τον Τσέχοφ («Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού») στον Σβέβο («Η συνείδηση του Ζήνωνα»), από τον Τζεήμς Μπάρι («Αναμνήσεις ενός καπνιστή») στον Ρίτσαρντ Κλάιν («Τα τσιγάρα είναι θεσπέσια»), και από τον Τζιμ Τζάρμους («Τσιγάρα και καφέδες») έως τους Γουάνγκ και Όστερ («Καπνός»), η ιδέα του καπνίσματος ως εμμονή κυκλοφόρησε δημιουργικά. Γιατί υπήρξε η αιτία αυτό το καθημερινό μικροπάθος να γίνουν σημαντικές αναγωγές στο υπαρξιακό μέσα από λίαν πρωτότυπες φόρμες. Στην περίπτωση, ειδικά, του Ίταλο Σβέβο έχουμε να κάνουμε με μία γραφή που διάνοιξε τον μοντερνισμό προς νέες προοπτικές.

Το κείμενο που ακολουθεί έχει ιστορική/φιλολογική αξία δεδομένου ότι υπογράφεται χιουμοριστικά από τον δημιουργό του «Πίτερ Παν». Και εδώ η εξάρτηση από έναν ορατό, ήσσονος σημασίας, σε πρώτο επίπεδο, εχθρό, υποτίθεται ότι αντιμετωπίζεται με λογικά επιχειρήματα και ψυχραιμία, ενώ στην πραγματικότητα ο αφηγητής είναι οιονεί δέσμιος της συνήθειάς του. Η οποία έχει εσωτερικευθεί μόνιμα, όπως συμβαίνει πάντα στα φλερτ, ιδιαίτερα του δημιουργού, με το διφορούμενο και εναντιωματικό.

Τ.Γ.

(περισσότερα…)

Advertisements

Read Full Post »

Δεν πρόκειται για κάποιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, πεζό, αυτό που αναρτώ, αν και έχει την υπογραφή ενός εκ των καλυτέρων, ζώντων πεζογράφων της Αγγλίας. Το θέμα του, όμως, είναι επίκαιρο και πολύ ενδιαφέρον και αφορά το μέλλον του έντυπου βιβλίου. Ο Τζούλιαν Μπαρνς «δανείζεται», σε γενικές γραμμές, το θέμα του από τον Ρέη Μπράντμπερι, στον οποίο βασίσθηκε ο Τριφώ στο Φαρενάιτ 451, για να περιγράψει ένα ζοφερό μέλλον, με τα βιβλία ριγμένα στην πυρά από κάποιο απολυταρχικό καθεστώς.

Πάντως ούτε ο Μπαρνς ούτε ο Μπράντμπερι εγκαλούν ως υπεύθυνες για τη μοίρα του βιβλίου τις μαζικές κοινωνίες: εκείνες που αδιαφορούν, πλέον, για το διάβασμα και ξεγελούν τον εαυτό τους ότι, δήθεν, το αντικαθιστούν μέσω του ηλεκτρονικού μηχανισμού.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

 

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στην Αυγή, στο ένθετο Αναγνώσεις, στις 19 Δεκεμβρίου 2010, σε ένα αφιέρωμα για τον σπουδαίο αριστερό, Αμερικανό τραγουδοποιό της κάντρι Γούντι Γκάθρι (1912-1967), με τον υπότιτλο Μια ταινία και μια μαρτυρία.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι έζησε σε πολλά, ανόμοια μεταξύ τους, σπίτια και σε πολλές, διαφορετικές μεταξύ τους τοποθεσίες- ποτέ δεν έζησε περισσότερο από τρία χρόνια στην ίδια περιοχή– και είχε πάντοτε την έμμονη συνήθεια να κατοικεί σε γωνιακά διαμερίσματα, με τα παράθυρά τους να έχουν θέα σε δύο δρόμους, και να είναι κοντά σε μια εκκλησία, ώστε να μπορεί να ακούει τις καμπάνες: αυτή η μουσική καταπράυνε το πνεύμα του. Το τελευταίο σπίτι, όπου έζησε και πέθανε το 1881, λίγους μήνες πριν συμπληρώσει τα εξήντα, ανάμεσα στην Προσπεκτίβα Κουζνέκνυ και την παλιά οδό Γιάμσκαγια, σήμερα οδό Ντοστογιέφσκι, ικανοποιούσε όλες αυτές τις απαιτήσεις του. Ακόμα και σήμερα όσοι το επισκέπτονται μπορούν να ακούσουν τους χτύπους της καμπάνας της ορθόδοξης εκκλησίας του Βλαδίμηρου, εκεί κοντά, να καλούν τους πιστούς σε προσευχή.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Blaise Cendrars

Τον καιρό εκείνο ήμουν στην εφηβεία μου/ Στα δεκάξι σχεδόν και ούτε θυμόμουν πια τα παιδικά μου χρόνια / 16.000 λεύγες μακριά από τον τόπο που γεννήθηκα / Ήμουν στη Μόσχα, στην πόλη με τα χίλια τρία καμπαναριά και τους / εφτά σταθμούς / Και δεν μου αρκούσαν εφτά σταθμοί και χίλιοι τρεις πύργοι / Γιατί ήταν τότε η εφηβεία μου τόσο φλογερή και τόσο παράλογη / Που η καρδιά μου φλεγόταν, διαδοχικά, σαν της Εφέσου το ναό ή σαν / την Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας / Όταν βασιλεύει ο ήλιος / Και τα μάτια μου φωτίζαν αρχαίες φωνές. / Και ήμουν ήδη τόσο κακός ποιητής / Ώστε δεν ήξερα να προχωρήσω μέχρι τέλους. (….) Τον καιρό εκείνο ήμουν στην εφηβεία μου / Στα δεκάξι σχεδόν κι ούτε θυμόμουν πια τη γέννησή μου / Ήμουν στη Μόσχα, όπου ζητούσα να τραφώ με φλόγες / Και δεν μου αρκούσαν πύργοι και σταθμοί που αστραποβολούσαν στα μά- / τια μου / Στη Σιβηρία βροντούσε το κανόνι, ήταν ο πόλεμος / Η πείνα το κρύο η πανούκλα η χολέρα / Και τα λασπώδη νερά του Αμούρ παράσερναν εκατομμύρια κουφάρια / Σ’ όλους τους σταθμούς έβλεπα όλα τα τελευταία τραίνα / Κανένας δεν μπορούσε πια να φύγει, δεν έβγαζαν πια εισιτήρια / Κ’ οι στρατιώτες που έφευγαν θα ήθελαν πολύ να είχαν μείνει… / Ένας γερασμένος καλόγερος έψελνε το θρύλο του Νοβγκορόντ (…) (περισσότερα…)

Read Full Post »