Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Συζητήσεις’ Category

 

Γνωστός όχι μόνο στην πατρίδα του, τη Βουλγαρία, αλλά και παγκοσμίως ο πολύπλευρος συγγραφέας Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ είναι μάλλον άγνωστος στην Ελλάδα. Μόνο με τις μεταφράσεις κάποιων ποιημάτων του έχουμε έλθει σε επαφή με ένα δυναμικό ταλέντο, που εδώ και κάποια χρόνια παράγει ένα βαρυσήμαντο, θα μπορούσε να πει κανείς έργο, παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του (ο Γκ. έχει γεννηθεί το 1968).

Από την παρακάτω συνέντευξη μπορεί να εξάγει όποιος δεν γνωρίζει τη γραφή του Γκ. πλευρές ενός κινητικού δημιουργού, που έχει δεχθεί (και αξιοποιήσει στο έπακρον) πολλές επιρροές από την ευρωπαϊκή και λατινοαμερικανική λογοτεχνία.

Ας πούμε η παρουσία του Μπόρχες σε αυτή την ενιαία σύλληψη/ συναίρεση έμβιου και άβιου κόσμου είναι εμφανής, όπως και στην κυκλοφορία του στοιχείου της μελαγχολίας στη δραματουργία του Γκ. εύκολα διακρίνει κανείς την επίδραση της δυτικοευρωπαϊκής ποιητικής.

Όπως και να έχουν τα πράγματα από τις λίγες γνώσεις που έχει ο υπογραφόμενος γύρω από το έργο του Γκ. και εξ όσων διαβάζει σε κριτικές γι’ αυτό το «βουλγαρικό φαινόμενο», καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει να κάνει με ένα εκλεκτικίστικο πνεύμα. Πράγμα που σημαίνει ότι ο συγγραφέας μας δεν συλλέγει «καρπούς» τρίτων αλλά αφομοιώνει δημιουργικά τα δάνεια, αρθρώνοντας το δικό του λόγο.

 

Τ.Γ.

(περισσότερα…)

Advertisements

Read Full Post »

Μια συζήτηση για το περιλάλητο και σημαντικό θέμα της αυτοβιογραφίας που το ανακινούν δυο σύγχρονες προσωπικότητες των ιταλικών- και όχι μόνον- γραμμάτων: ο Κλαούντιο Μάγκρις και η Σουζάνα Ταμάρο.

Οι συνομιλητές δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις: Ο πρώτος είναι μια αξιοσημείωτη, καθιερωμένη μορφή της λογοτεχνίας, ενώ ο άλλος (η άλλη καλύτερα) είναι μια σχετικά νέα πεζογράφος, με δυναμικό προφίλ, πλην υποδεέστερη κατά πολύ του συνομιλητή της. Εντούτοις στη συνέντευξη που ακολουθεί, η τελευταία υπογραμμίζει ενδιαφέροντα πράγματα για τη γραφή και κυρίως για το είδος της αυτοβιογραφίας (ασχέτως των ενστάσεων που μπορεί να προβάλλει κανείς εναντίον τους). Θα σημείωνα μάλιστα και το εξής παράδοξο: σε κάποια σημεία της συζήτησης ο Μάγκρις «συλλαμβάνεται» να λέει κοινοτοπίες (όσον αφορά τον πόνο που μπορεί να προκαλέσει η γραφή στους άλλους κ.λ.π.).

Όπως και να έχουν τα πράγματα η συζήτηση προσφέρει υλικό για προβληματισμό, γιατί θίγει το μέγα ζήτημα της «εξομολογητικής» ή μη «γραφής», η οποία ακόμα και στο επίπεδο της αυτοβιογραφίας δεν «ανοίγει τα χαρτιά της». Εννοώ ότι ο αυτοβιογραφούμενος όχι μόνο δεν λέει την αλήθεια ολόκληρη αλλά κάποτε συμβαίνει να ψεύδεται ασυστόλως ή να αποκρύπτει (και από τον εαυτό του) πολλές πλευρές της πραγματικότητάς του.

Σε κάποιο σημείο ο Μάγκρις κάνει την παρατήρηση ότι στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο η Ταμάρο δεν μιλάει για τη συναισθηματική της ζωή. Τί είδους αυτοβιογραφία είναι αυτή στην οποία ο συγγραφέας αποκρύπτει τον πιο σπουδαίο συντελεστή ζωής, τον ερωτικό; Έχουμε διαβάσει πολλές αυτοβιογραφήσεις στις οποίες η ερωτική ζωή του εξιστορούντος αποκρύπτεται επιμελώς, καλύπτοντας έτσι με πέπλο ζωτικά στοιχεία της προσωπικότητάς του και ακυρώνοντας, σε μεγάλο βαθμό, τους στόχους της συγκεκριμένης γραφής.

Η Ταμάρο, σύμφωνα με τα προηγούμενα, θα μπορούσε να πει ψέμματα αλλά προτίμησε τη σιωπή, γεγονός που βάζει εμπόδια στην ηδονοβλεπτική, με την καλή έννοια, αναγνωστική πρόθεση. Γιατί υπάρχει και αυτή η παράμετρος εξ ορισμού, την οποία οφείλει να σεβαστεί η αυτοβιογραφία. Σκεφθείτε μια αυτοβιογραφία, ας πούμε, του Μπάροουζ, όπου δεν θα θίγεται η ναρκομανία του ή του Ουάιλντ όπου θα γίνεται λόγος μόνο για ετεροφυλοφιλία…

Τ. Γ.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

«Προτιμώ τον Ίψεν, φυσικά…» σχολίασε ο φίλος τις προάλλες, όταν ζήτησα τη γνώμη του για τη σύγχρονη νορβηγική τέχνη (το σινεμά, τη λογοτεχνία της κ.λ.π.). Απόλυτος, οπωσδήποτε, αλλά…

Αλλά, μιλώντας ας πούμε για τα νορβηγικά γράμματα, αν θυμηθούν οι υποψιασμένοι αναγνώστες πόσο «καταναλωτικός» ήταν ο Στιγκ Λάρσον, που με τα ευπώλητα αστυνομικά του βιβλία πρόβαλε τη Νορβηγία στο ανειδοποίητο κοινό κατά το πρόσφατο παρελθόν, τότε ίσως ξανασκεφτούν την άποψη του φίλου.

Ο οποίος, βέβαια, από την πλευρά του παρακάμπτει τη «σοβαρή» λογοτεχνία της Νορβηγίας, με τις πολύ αξιόλογες προτάσεις κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Στο ΔΕΝΤΡΟ, πριν από είκοσι και πλέον χρόνια, είχαμε κάνει ένα αφιέρωμα στη νορβηγική λογοτεχνία, στο οποίο φιλοξενήθηκαν σημαντικά ονόματα ποιητών και πεζογράφων, που δεν είχαν καμιά σχέση με Λάρσον ή Νέσμπο…

Όταν συνεργαζόμουν με τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας είχα την ευκαιρία να παρουσιάσω νορβηγούς συγγραφείς πολύ αξιόλογους, άγνωστους στο ευρύ κοινό.

Τώρα, δυστυχώς, τα νορβηγικά γράμματα συστήνονται στην παγκόσμια «ανοιχτή» αγορά μέσω ονομάτων τύπου Λάρσον και Νέσμπο, τους οποίους, για να διευκρινίσω, δεν τους εκτιμώ, όχι γιατί γράφουν αστυνομικά, αλλά επειδή δεν βρίσκονται στο ύψος της γραφής παλιότερων ή σύγχρονών τους ομολόγων.

Με μια επίφαση κοινωνικής κριτικής και άπειρες δραματουργικές ευκολίες, οι συγγραφείς αυτοί προσπαθούν να εντυπωσιάσουν το μαζικό κοινό, απέχοντας πολύ από τις κατακτήσεις ενός Ελρόι, ενός Ιζό ή ενός Μονταλμπάν.

Ο Τζο Νέσμπο, ο οποίος επισκέφθηκε πριν από λίγο καιρό και την Ελλάδα, δεν έχει κάτι πρωτότυπο να πει στη συνέντευξη που ακολουθεί και την αναρτώ γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο… Επειδή αποδεικνύεται και εν προκειμένω κατώτερος των περιστάσεων…

 

Τ.Γ.  

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Δεν πρόκειται για κάποιο βαρυσήμαντο κείμενο. Απλώς το αναρτώ για μια καλύτερη γνωριμία με ένα σύγχρονο αμερικανό συγγραφέα, που συζητείται πολύ στις ΗΠΑ και έχει βραβευθεί με Πούλιτζερ. Θεωρώ υπερβολική τη συγκρισή του με συγγραφείς όπως π.χ. ο πολύ ανώτερός του Ντε Λίλο ή και ακόμα ο υπερτιμημένος, κατά τη γνώμη μου, Φίλιπ Ροθ.

Η συνέντευξη έχει δοθεί στον Τζον Γιούργκενσεν, δημοσιογράφο της Γουόλ Στριτ Τζέρναλ.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Η έννοια της βιβλιοθήκης, σε γενικές γραμμές, μας έχει παραδοθεί από αρχαιοτάτων χρόνων. Οι Ασσύριοι και οι Αιγύπτιοι, μεταξύ άλλων, όπως ξέρουμε διέθεταν αυτόν το μαγικό και ανεξερεύνητο σε βάθος χώρο, περιορισμένο, βέβαια, μέσα στα άδυτα των εξουσιαστικών κύκλων. Μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας αλλά και αργότερα η βιβλιοθήκη, μέσα από τη διάδοση του έντυπου λόγου, παίρνοντας διαφορετική μορφή άρχισε να μας συστήνεται ως ένας πραγματικός λαβύρινθος της καθημερινότητάς μας, που δεν θέλαμε να συνειδητοποιήσουμε. Στη σύγχρονη εποχή, πριν από την εισβολή της ηλεκτρονικής εικόνας, η βιβλιοθήκη (δημόσια και ιδιωτική)- ο κόσμος του βιβλίου, με άλλα λόγια- είχε προλάβει να εγκατασταθεί στη συνείδησή μας ως ένα φαινόμενο σχεδόν μεταφυσικό (βλ. Μπόρχες), μέσα στο αχανές και απροσδιόριστό του.
Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι θεωρητικό αλλά δημοσιογραφικό. Το ενδιαφέρον του βρίσκεται στο ότι προσπαθεί με χιούμορ να θίξει, μέσα από τυχαία παραδείγματα, τη σχέση του σύγχρονου συγγραφέα και της προσωπικής του βιβλιοθήκης.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Θα γράψω το μυθιστόρημα της ζωής μου

της

Ιζαμπέλα Μπόσι Φεντριγκότι

Ο οικοδεσπότης είχε πει ότι ήταν αδιάθετος, όμως τώρα βγαίνει στην είσοδο ξυπόλητος, μέσα στον παγωμένο χειμώνα, για να υποδεχθεί τον επισκέπτη του. Το μικρό του σπίτι, με την σχεδόν κάθετη στέγη, περικλείει ένας κήπος. Εκεί, σε ένα μισοχιονισμένο τραπέζι βρίσκονται ριγμένα και παγωμένα, μολύβια και στυλό: απόδειξη ότι γράφει και εδώ όταν ο καιρός είναι καλός. Οι ώριμοι καρποί από τις δύο μηλιές του κήπου, σκουληκιασμένοι και ζαρωμένοι, είναι απλωμένοι με τάξη στη μέση του χαλιού που διακοσμεί το πάτωμα ενός δωματίου, σκορπίζοντας το ωραίο τους άρωμα. Δίπλα στην πόρτα του κήπου, ευθυτενές σαν φύλακας, υπάρχει ένα δέμα από διάφορα κλαδιά και βέργες, τα οποία ο οικοδεσπότης φυτεύει όταν επιστρέφει από τις πρωινές του έρευνες στο δάσος για μανιτάρια. «Στο δάσος συναντώ και άλλους που ψάχνουν για μανιτάρια, είναι όμως όλοι γέροι· εν πάση περιπτώσει εγώ είμαι ο ακμαιότερος, ο αρχηγός», σχολιάζει ο οικοδεσπότης, δηλαδή ο Πέτερ Χάντκε, ο σημαντικότερος εν ζωή αυστριακός συγγραφέας, 69 ετών, ελάχιστα γερασμένος.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Τζόναθαν Φράνζεν είναι ένας ακόμα σύγχρονος Αμερικανός συγγραφέας χάριν του οποίου κινητοποιήθηκε ένας κολοσσιαίος διαφημιστικός μηχανισμός για την προβολή του πρόσφατου μυθιστορήματος του Ελευθερία. Τα μίντια το προώθησαν υπέρ το δέον, όπως συνέβη με πολλές άλλες περιπτώσεις ομοτέχνων του, οι οποίοι κάθε άλλο παρά δικαίωσαν τις προσδοκίες των (απαιτητικών) αναγνωστών. Παράδειγμα ο ομογενής Τζορτζ Πελεκάνος ένας ιδιαίτερα προβεβλημένος συγγραφέας, το τελευταίο κοινωνικό/ψυχολογικό μυθιστόρημα του οποίου, με τίτλο Το αδιέξοδο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια χειρονομία καλών αισθημάτων, «πολιτικώς ορθή». Κλείνοντας το βιβλίο έχεις συνειδητοποιήσει την απώλεια πολύτιμου αναγνωστικού χρόνου, τον οποίο θα μπορούσες να είχες αξιοποιήσει διαβάζοντας (πάλι) κάτι κλασικό ή τέλος πάντων έναν Τζόις… Και, όμως, στο εξώφυλλο του συγκεκριμένου βιβλίου φιγουράριζαν διθυραμβικά σχόλια κριτικών, γνωστών αμερικανικών εντύπων. Παρότι δεν είμαστε οι περισσότεροι χθεσινοί αναγνώστες, και ξέρουμε τα τεχνάσματα της σημερινής διαφήμισης, που συνήθως προβάλλει καθετί μαζικό και ευτελές, εντυπωσιαζόμαστε από την εν λόγω ενορχηστρωμένη εξύμνηση κάποιου έργου και σπεύδουμε επηρεασμένοι να το διαβάσουμε, πέφτοντας στην παγίδα…

Ο Φράνζεν, ένας ρεαλιστής πεζογράφος είχε δώσει καλά δείγματα γραφής με το (τρίτο) μυθιστόρημά του Διορθώσεις το 2001. Καλός γνώστης της καθημερινότητας των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ, δημιούργησε πειστικούς μικρόκοσμους οι οποίοι αντανακλούσαν καθολικές συγκρούσεις της σύγχρονης ζωής. Στην Ελευθερία προσπαθεί να ανοίξει ένα διάλογο με το προηγούμενο βιβλίο του προωθώντας κάποια θέματά του, αντιπροσωπευτικά πιο πρόσφατων κοινωνικών εξελίξεων και εκφραστικά του μικροκλίματος της ζωής των ηρώων του.

Η γραφή του Φρ. είναι δεξιοτεχνική αλλά ΒΕΒΑΙΑ δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνη του Τολστόι, όπως διαβάσαμε στα αμετροεπή αμερικανικά έντυπα. Ίσως να έχει δίκιο ο Χάρολντ Μπλουμ που κρίνει με αυστηρότητα την περίπτωση του Φράνζεν, καταλογίζοντας ευθύνες στα ΜΜΕ για την υπέρμετρη πριμοδότηση της. Ο αυστηρός αναγνώστης έχει τον τελευταίο λόγο…

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »