Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Δεν πρόκειται για κάποιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, πεζό, αυτό που αναρτώ, αν και έχει την υπογραφή ενός εκ των καλυτέρων, ζώντων πεζογράφων της Αγγλίας. Το θέμα του, όμως, είναι επίκαιρο και πολύ ενδιαφέρον και αφορά το μέλλον του έντυπου βιβλίου. Ο Τζούλιαν Μπαρνς “δανείζεται”, σε γενικές γραμμές, το θέμα του από τον Ρέη Μπράντμπερι, στον οποίο βασίσθηκε ο Τριφώ στο Φαρενάιτ 451, για να περιγράψει ένα ζοφερό μέλλον, με τα βιβλία ριγμένα στην πυρά από κάποιο απολυταρχικό καθεστώς.

Πάντως ούτε ο Μπαρνς ούτε ο Μπράντμπερι εγκαλούν ως υπεύθυνες για τη μοίρα του βιβλίου τις μαζικές κοινωνίες: εκείνες που αδιαφορούν, πλέον, για το διάβασμα και ξεγελούν τον εαυτό τους ότι, δήθεν, το αντικαθιστούν μέσω του ηλεκτρονικού μηχανισμού.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Η αδόκητη απώλεια μιας προσωπικότητας, όπως αυτής του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ήταν φυσικό να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά της εγχώριας πολιτιστικής κοινότητας: ενός μορφώματος που έχει την ατυχία να υπάρχει σε έναν ευρύτερο κοινωνικό οργανισμό με απρόβλεπτες (διάβαζε: κάποτε πρωτόγονες, το διαπιστώσαμε τελευταία, δυστυχώς) αντιδράσεις, γενικώς.
Καίτοι το ρηθέν “ουδείς προφήτης…” στην Ελλάδα έχει μακραίωνες ρίζες, κανένας ενδιαφερόμενος (και ο Αγγελόπουλος ακόμα περισσότερο, όπως ήταν γνωστό) δεν μπορεί -δικαιολογημένα- να το αποδεχθεί. Ο τελευταίος, σχεδόν σοκαρισμένος, παρακολουθούσε την περίπτωσή του, ειδικά στη δεκαετία του ’70, να αντιμετωπίζει μια σχιζοφρενική υποδοχή: από τη μια να αποθεώνεται στο εξωτερικό, από τους πιο έγκυρους κριτικούς κύκλους, εντασσόμενη ριζοσπαστικά (μέσα από μια ιδιότυπη εκφραστική) στη μοντερνίστικη πρωτοπορία, δίπλα στους Όσιμα, Γκοντάρ, Βέντερς, Γιάντσο, Μπερτολούτσι, Χέρτζοκ, Ρόσσα κ.α., ενώ από την άλλη να απαξιώνεται σχεδόν, από μια σημαντική πλευρά της ελληνικής κριτικής.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Όπως υπαινίσσομαι και στο κείμενο που ακολουθεί, με τον Θ.Α. μας συνέδεε μια παράξενη σχέση. Καίτοι στο χώρο της κριτικής κινηματογράφου, εδώ και δεκαετίες, και παρότι είχαμε φιλοξενήσει κείμενά του στο ΔΕΝΤΡΟ δεν μπορώ να πω ότι οι σχέσεις μας είχαν πρόσημο συγκεκριμένο: ήσαν απροσδιόριστες, μάλλον άχρωμες. Μόνο τα τελευταία χρόνια έγιναν φιλικές. Δίνω μια ερμηνεία: επειδή ήμουν σε ορισμένες περιπτώσεις και αρνητικός απέναντι σε ταινίες του μετά το ’80, ένιωθα κάποια διστακτικότητα να τον πλησιάσω. Όταν αυτό συνέβαινε ο Αγγελόπουλος, δεν εξωτερίκευε τα αισθήματά του, τα οποία δεν νομίζω ότι, τον καιρό τουλάχιστον που είχε δημοσιευθεί μια πολύ αρνητική κριτική μου για το Βλέμμα του Οδυσσέα, θα ήταν τα καλύτερα. Αλλά υποθέσεις κάνω… Εν πάση περιπτώσει στην προηγούμενη δεκαετία σαν να μην είχε μεσολαβήσει τίποτα, συνέχισε τη συνεργασία του με το περιοδικό: με προδημοσιεύσεις αποσπασμάτων σεναρίων του, κείμενα για διάφορα θέματα και μια εγγραφή σε CD ανάγνωσής του ποιημάτων του Σεφέρη για ένα αφιέρωμα του ΔΕΝΤΡΟΥ. Τα υπόλοιπα στο κείμενο που ακολουθεί.

Θέλω εδώ να προσθέσω κάτι βασικό, που το αναπτύσσω σε άλλο κείμενό μου (προσεχώς στο blog): ο Θ.Α. υποτιμήθηκε από την ελληνική κριτική, πολύ άδικα. Και μάλιστα για την πιο αποδοτική του περίοδο της δεκαετίας του ’70… Εξαιρετικά επιτεύγματά του, όπως Ο θίασος ή Οι μέρες του ’36, θεωρήθηκαν κατώτερα από το ποιητικό-νατουραλιστικό Ευδοκία του Αλέξη Δαμιανού, ένα φιλμ, που μόλις τώρα τελευταία οι Έλληνες κριτικοί άρχισαν να κατεβάζουν …από τον Όλυμπο.

Ιδιαίτερα η στάση του περιοδικού Σύγχρονος κινηματογράφος, μεταχουντικά έπαιξε το βασικό ρόλο του αμφισβητία απέναντι στον Θ.Α., ειδικά μέσω των (ιδεολογικών) άρθρων του Χρήστου Βακαλόπουλου, μετέπειτα νεοορθόδοξου πιστού, συνήγορου ενός “ελληνοκεντρικού” κινηματογράφου.

Στην πραγματικότητα αυτό που απαξιώθηκε στο πρόσωπο του Θ.Α. ήταν η έννοια του μοντερνισμού, ο οποίος στο σινεμά του τελευταίου (της δεκαετίας του ’70) δίνει εξαιρετικά δείγματα γραφής, παγκόσμιας εμβέλειας.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Η λέξη κ α τ ο ι κ ώ μας φέρνει στο νου, ανάμεσα στα άλλα, ή μάλλον κυρίως, την ιδέα της συνήθειας, τη μόνιμη τάση κάποιων να νιώθουν μια διαρκή οικειότητα με έναν ιδιαίτερο κόσμο. Η ιδανική κατοικία μας είναι η Υφήλιος, τουλάχιστον με τη φιλοσοφική έννοια της λέξης, όπως την αποτύπωσε κυρίως ο Χάιντεγκερ. Το να ε ί ν α ι στον κόσμο, αποτελεί το χαρακτηριστικό του ανθρώπου (σε αντίθεση με τα ζώα, τα οποία δεν έχουν κόσμο, παρά μόνον ένα περιβάλλον όπου ζουν). Αυτό σημαίνει να νιώθεις οικεία με ένα σύνολο εννοιών, αναφορών. Ακόμα και το γεγονός ότι ο κόσμος αποτελείται, κατά κύριο λόγο, από πράγματα παρά από έννοιες δεν πρέπει να μας παραπλανά: τα πράγματα δεν παρουσιάζονται στην καθημερινή μας εμπειρία κυρίως, ως ουδέτερα αντικείμενα: είναι όργανα, υποστάσεις, που έχουν ένα νόημα (χρησιμεύουν, απειλούν, υπόσχονται: αναβάλουν), διότι αλλιώς δεν θα τα βλέπαμε ούτε ως απλές παρουσίες. (…)

Διαβάστε τη συνέχεια »

Η έννοια της βιβλιοθήκης, σε γενικές γραμμές, μας έχει παραδοθεί από αρχαιοτάτων χρόνων. Οι Ασσύριοι και οι Αιγύπτιοι, μεταξύ άλλων, όπως ξέρουμε διέθεταν αυτόν το μαγικό και ανεξερεύνητο σε βάθος χώρο, περιορισμένο, βέβαια, μέσα στα άδυτα των εξουσιαστικών κύκλων. Μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας αλλά και αργότερα η βιβλιοθήκη, μέσα από τη διάδοση του έντυπου λόγου, παίρνοντας διαφορετική μορφή άρχισε να μας συστήνεται ως ένας πραγματικός λαβύρινθος της καθημερινότητάς μας, που δεν θέλαμε να συνειδητοποιήσουμε. Στη σύγχρονη εποχή, πριν από την εισβολή της ηλεκτρονικής εικόνας, η βιβλιοθήκη (δημόσια και ιδιωτική)- ο κόσμος του βιβλίου, με άλλα λόγια- είχε προλάβει να εγκατασταθεί στη συνείδησή μας ως ένα φαινόμενο σχεδόν μεταφυσικό (βλ. Μπόρχες), μέσα στο αχανές και απροσδιόριστό του.
Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι θεωρητικό αλλά δημοσιογραφικό. Το ενδιαφέρον του βρίσκεται στο ότι προσπαθεί με χιούμορ να θίξει, μέσα από τυχαία παραδείγματα, τη σχέση του σύγχρονου συγγραφέα και της προσωπικής του βιβλιοθήκης.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Παίρνοντας τη μορφή ενός παιχνιδιού, πολλές φορές, μικρές ή μεγάλες έρευνες στο χώρο της Τέχνης, μας ψυχαγωγούν, όταν ανακαλύπτουν ενδογαμίες, υπόγειες σχέσεις και κάθε είδους συγγένειες ανάμεσα στα φαινόμενα, τα οποία μπορεί να είναι υποθέσεις ενδοκαλλιτεχνικές ή άλλες. Εν προκειμένω ο Ιταλός δημοσιογράφος και μουσικολόγος Αρμάντο Τόρνο προτείνει ένα κατάλογο πεζογραφικών, θεατρικών και εικαστικών έργων, που έχουν βασισθεί στο καιρικό φαινόμενο της καταιγίδας, στις διάφορες μορφές της. Το κείμενο είναι δημοσιογραφικό, χωρίς δοκιμιακές απαιτήσεις. Παραπέμπει με σύντομες αναφορές σε συγκεκριμένα κομβικά έργα, που έχουν ως κεντρικό άξονα το προηγούμενο θέμα. Είναι μια καλή αφορμή να σκεφθεί κανείς και άλλα ανάλογα παραδείγματα από το “ιδιωτικό” του “αρχείο”. Για παράδειγμα, τον πασίγνωστο Τυφώνα του Tζότζεφ Κόνραντ, που δεν αναφέρει ο Τόρνο.

Τ.Γ.
Διαβάστε τη συνέχεια »

Ο γνωστός μας Τομ Γουλφ, μαζί με τον Τρούμαν Καπότε (καθείς με τα όπλα του) εδόξασαν, πριν από πενήντα χρόνια, τη νέα δημοσιογραφία, δηλαδή το είδος εκείνο της λογοτεχνίας που θυμίζει δημοσιογραφική καταγραφή. (Ο Χεμινγουέη, ως γνωστόν, παλαιότερα είχε καλλιεργήσει το είδος με το δικό του τρόπο, πιο έμμεσα και, οπωσδήποτε, πιο αποδοτικά).

Στο κείμενο που ακολουθεί ο Γουλφ μιλάει για ένα “κανόνα”, που αφορά την αμερικανική πεζογραφία. Αυτός ο κανόνας θεωρεί τον Μαρκ Τουέιν “Πάπα” του γραπτού αυτού είδους. Ας θυμηθούμε ότι ο κανόνας που αφορά την αμερικανική ποίηση θεωρεί πατέρα της τον Ουόλτ Ουίτμαν.

Ξαφνιάζει σε πρώτη ανάγνωση η θέση του Τομ Γουλφ. Αλλά εάν σκεφτούμε καλύτερα το θέμα, θα συμφωνήσουμε, κάνοντας την απλή σκέψη ότι ο τελευταίος, θαυμαστής της “δημοσιογραφικής γραφής” δεν θα μπορούσε να θεωρήσει ως πατέρα της αμερικανικής πεζογραφίας άλλον πλην του Τουέιν, ο οποίος είχε θητεύσει στον λόγο των εφημερίδων.

Ο Γουλφ, έχω τη γνώμη, ότι περίπου βλασφημεί με την τοποθέτησή του αυτή, γιατί ξεχνά μεγάλα ονόματα που προηγήθηκαν του Τουέιν: αυτό του Χέρμαν Μέλβιλ, του Ουάσινγκτον Ίρβιν ή του Ναθάνιελ Χόθορν.

Τ.Γ.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Όταν ο Κύριος, γνωστός επίσης και ως Θεός, συνειδητοποίησε ότι ο Αδάμ και η Εύα, αν και έβλεπαν τέλεια, δεν έβγαζαν ήχους, ούτε άρθρωναν λέξεις με το στόμα τους, τα έβαλε με τον εαυτό του, εφόσον δεν υπήρχε κανένας άλλος στον Κήπο της Εδέμ να τον κατηγορήσει γι’ αυτή τη σοβαρότατη αμέλεια, ενώ τα άλλα ζώα, που είχαν δημιουργηθεί, όπως τα δύο ανθρώπινα όντα, χάρη στη θεϊκή ενέργεια, είχαν δική τους φωνή: μέσω μουγκανητών, βρυχηθμών, γρυλισμάτων, κελαηδισμών, σφυριγμάτων ή κακαρισμάτων. Σε μία έκρηξη θυμού, παράδοξη για κάποιον που θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα με μία απλή σκέψη, πήγε κοντά στο ζευγάρι και χωρίς δισταγμούς και ημίμετρα, τοποθέτησε στο στόμα τους τη γλώσσα.

Διαβάστε τη συνέχεια »

 

Ο γνωστός Αμερικανός συγγραφέας Πολ Θερού, με θητεία στην σχετικά σύγχρονη, απαιτητική ταξιδιωτική λογοτεχνία, είναι το πιο κατάλληλο πρόσωπο να μιλήσει γι’ αυτήν. Το κείμενό του, που ακολουθεί, μιλάει απερίφραστα για το είδος αυτό, κάνοντας, εκτός από μια αναδρομή στις σημαντικότερες ταξιδιωτικές γραφές και ενδιαφέροντα σχόλια για το σημερινό επίπεδο μιας λογοτεχνίας, που υπηρέτησαν και προήγαγαν μεγάλοι συγγραφείς.

Δεν βρισκόμαστε, βέβαια, στην περίοδο, ας πούμε, του μπαλζακικού, επαρχιώτη ήρωα, που θέλει να αναμετρηθεί με το άγνωστό του Παρίσι. Ούτε στην περίοδο των μπιτ, οι οποίοι “ανακάλυπταν” με το δικό τους λογοτεχνικό τρόπο τις άγνωστες γωνιές της Αμερικής, ταξιδεύοντας με τα αυτοκίνητά τους. Σήμερα, όπως λέει και ο Θερού, η γεωγραφία του πλανήτη δεν είναι πια (τόσο) άγνωστη σε όλους σχεδόν τους κατοίκους του πλανήτη, χάρη στην ηλεκτρονική εικόνα. Οπότε το στοιχείο της έκπληξης από τα φυσικά τοπία έχει εκλείψει.

Υπάρχουν, όμως, πλευρές ζωής (και κάποιοι άγνωστοι τόποι, ακόμα και στους φανατικούς ταξιδιώτες), οι οποίες είναι ακόμα συναρπαστικές, γιατί αντιστέκονται στην δημοσιογραφική αποτύπωσή τους.

Επ’ αυτού, λοιπόν, το λόγο έχει η ταξιδιωτική λογοτεχνία, η οποία, με τη βοήθεια του φαντασιακού, μπορεί και αξιοποιεί το αντικείμενο καλύτερα από τον κοινό ανταποκριτή των μίντια.

Το είδος αυτό γραφής δεν είναι καθόλου ντεμοντέ: αντίθετα, κάθε ποιοτικός συγγραφέας που την υπηρετεί, μπορεί να ξεφύγει από τον κίνδυνο του εξωτισμού και της γραφικότητας (από παλαιότερα σύνδρομα, δηλαδή) και να συνδυάσει το εξωτερικό στοιχείο με το εσωτερικό. Οι νέες συνθήκες διαβίωσης και συνύπαρξης, μετά τις πρόσφατες μετακινήσεις πληθυσμών, έχουν αλλάξει πολλά τοπία. Ακόμα και πλησίον μας. Μπορεί, λοιπόν, σε τελευταία ανάλυση, ο συγγραφέας να ταξιδέψει, μετακινούμενος ελάχιστα. Ή και καθόλου: αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, η οποία δεν μπαίνει στη συζήτηση από τον Θερού γιατί αυτός βλέπει το ζήτημα ρεαλιστικά: όταν μιλάει για το ταξίδι το εννοεί κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά, ποιητικά…

Τ.Γ.

Διαβάστε τη συνέχεια »

Παλαιότερα άρθρα »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.